Βρίσκεστε εδώ: HomeΜΟΥΣΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟΤα λαογραφικά του Σπηλαίου Γρεβενών

Μουσικό Αρχείο (495)

Παραδοσιακά τραγούδια από συλλογές που έχουν κυκλοφορήσει σε δίσκους αλλά και επιλογές από το ανέκδοτο αρχείο του Δημήτρη Ρίγγου.

Κάτω στον Άγιο Θόδωρο, μωρ' Αγγελίνα μου, γιε μ' , στον Άγιο Κωνσταντίνο Αγγελίνα μου, μωρ' μαυρομάτα μου,
Αέρας έσυρνι, τα καράβια κίνησαν, τα καράβια κίνησαν, για να πάνε στη Φραγκιά.
Αϊ-Βασίλης έρχεται, Γενάρης ξημερώνει, βαστάει πένα και χαρτί, χαρτί και καλαμάρι.
Άιντε ήρθ' η ώρα που να μην είχεν έρθει. Τ' άρματα είναι ξένα και θα μας τα πάρουν.
Άιντε ντε φτωχό κοράσιο, πού τα βρήκες τέτοια νιάτα, πού τα βρήκες τέτοια κάλλη, τέτοια κάλλη κι εμορφάδα;
- Άιστε συντρόφισσες να πάμε για νερό. - Σύρτε δεν έρχομαι, εμένα μ' αρραβώνιασαν
Άκου το πουλί, μπεΐνα μ', άκου το πουλί, πώς 'μορφολαλεί σαν την άνοιξη,
Ακούστε, σεις γειτόνισσες και εσείς καλά κορίτσια. Το Μάη να μην αλλάξετε, όξω μην κοιμηθείτε.
Ακούστε, χώρες και χωριά και σεις κεφαλοχώρια, μωρή Ξανθή περήφανη. Ακούτε τον παπα – Γιωργή, αυτόν τον παπα – Γιώργη.
Ανάθεμα ποιος έλεγε τ' αδέρφια δεν πονιούνται. Τ' αδέλφια σκίζουν τα βουνά κι οι αδερφές τους κάμπους
Ανάθεμα ποιος ζήλευε αμπέλια και χωράφια, δε ζήλευε μια έμορφη, μια μικροπαντρεμένη,
Ανάθεμα που φύτευε κλήμα μες στην αυλή μου κι φούντωσε το κλήμα μου και κλείστηκαν οι αυλές μου
Ανάθεμά σας, μάτια μ', κι όταν ζηλέψετε τον κοντό τον άντρα, τον κατσικοκλέφτη
Ανάθεμα τη μάνα σου, μωρ' Κατερίνα μου, την ψεύτρα αδερφή σου, που σου 'παν λούσου κι άλλαξε, στολίσου κι αρματώσου.
Ανάθεμά τον πόλεγε τ' αδέρφια δεν πονιούνται. Τ' αδέρφια σκίζουν τα βουνά κι οι αδερφές τους κάμπους.
Ανάμεσα στο Γαλατά κι αντίκρυτα στην Πόλη. Εκεί πόλεμος γένεται τούρκικος και ρωμαίικος
Άνοιξαν τα δέντρα όλα, και πρασίνισαν, κυρα-Αναγνώσταινα. Άνοιξε και γω ο μπαχτσές μου, βάι μωρέ βάι.
Απάνω σε μοσχομηλιά, απάνω σ' άγιο κλήμα, εκεί κοιμάται ο δέσποτας με τα χαρτιά στα χέρια.
Από μικρός ορφάνεψα απού μάνα, απού πατέρα κι πήγα κι ρογιάστηκα σε μια κυρά-Βουργάρα.
Από μικρός στα γράμματα, μωρ' παπα-Γιώργη μου, μικρός στα πινακίδια και τώρα στα γεράματα αρματολός και κλέφτης.
Από πάν' απ' την Κρανιά κατεβαίνει ένας πασάς. Φέρνει τα φιρμάνια του, για να παντρευτούν οι γριές.
Απού πέρα απ' το ποτάμι κι από δώθε απ' τις ραχούλες, κι από δώθε απ' τις ραχούλες κάθονταν Ρωμιός και Τούρκος.
Από πέρα διάβαινα κι έσπερνα βασιλικό. Και δεν πήγα να τον δω, φύτρωσε, δε φύτρωσε.
Από τούτ'  το μαχαλά τίποτα δε μ' άρεσε, μόν' ο δέντρος κι η μηλιά, η μηλιά μες στην αυλή.
Σαρακοστή μας έρχεται κι Καθαροδευτέρα. Τροχάτε γριές τς λεπίδες σας, νυφάδες τα σουγιάδια.
Απόψ' είδα στον ύπνο μου, στον ύπνο που κοιμόμουν, τον άγγελό μου φίλευα και το Χριστό κερνούσα
Απόψε τα μεσάνυχτα με δυο-τρεις ώρες νύχτα, δάκρυσαν τα ματάκια μου και κλαίγειν η καρδιά μου
Απρίλ', Απρίλη δροσερέ και Μάη καμαρωμένε, Απρίλη, φόντας έφυγες, κάνα καλό δεν κάνεις.
Απρίλη, φόντας έρχεσαι κάνα καλό δεν κάνεις. Ρίχνεις τα χιόνια εννιά πθαμές και τα χαλάζια δέκα.
Το λεν οι κούκοι στα βουνά, Ασημούλα μου, κι οι πέρδικες στα πλάια. Το λέει και μια τσομπάνισσα, το λέει με τη φλογέρα:
Ν' άσπρη, κάτασπρη, ρούσα μ', πέρδικα ν' εδώ στη γειτονιά μας. Ηρθαν ξένοι, ρούσα μ', παντάξενοι, ήρθαν και μας πήραν.
Άσπρο μ' σταφύλι τραγανό κι από την Τρίτη κομμένο και την Τετάρτη το πρωί, άιντε, κόρη μ', να πάμε.
Άσπρο τριαντάφυλλο φορώ, βουλιούμαι να το βάψω
Άσπρο τριαντάφυλλο φορώ, βολιούμαι να το βάψω. Βολιούμαι μια, βολιούμαι δυο, βολιούμαι τρεις και πέντε.
Άσπρο τριαντάφυλλο φορώ, βολιούμαι να το βάψω (ξένε μ', μωρ' ξένε μ'). Κι αν το πετύχω στη βαφή, πολλές καρδιές θα κάψω.
Άσπρο χαρτί σου στέλνω, μαύρα γράμματα. Αυτού που είσαι, ξένε μ', γλήγορα να 'ρθεις.
Αυτά είν' τα μάτια σ', Δήμο μ', τα όμορφα, τα φρύδια σ' τα γραμμένα. Αυτά σε κάνουν, Δήμο μ', κι αρρωστάς σε κάνουν και πεθαίνεις.
Αφέντη μου, στην κάπα σου εννιά χιλιάδες ψείρες Αλλες γεννούν, άλλες κλωσούν και άλλες σι βγαν τα μάτια.
Αφέντη, αφέντη γούμενε και δεύτερε πατέρα, πρώτα σε τίμησ' ο Θεός κι ύστερα ο κόσμος όλος.
Αχός βαρύς ακούγεται, πολλά ντουφέκια πέφτουν (λάλα, αηδόνι μ', λάλα, δεν λαλείς, πουλί μ').
Βαλαντωμένη μου καρδιά και πικραμένα χείλη, φορές με κάνεις και γελώ, φορές με βαλαντώνεις,
Βάρεσεν ο ήλιος στου παπά τ' αλώνι κι έκατσε μια κόρη κι έκανε ένα αγόρι.
Βαρύν όρκο που έκανα στον ήλιο, στο φεγγάρι, ποτές τραγούδι να μην πω, ποτές μην τραγουδήσω.
Βασιλικέ μου πλάτανε, βασιλικά κλωνάρια, (εσύ με μάρανες)
Βάστα, καημένε Όρλικα, Διαμάντη μ' Κόκκινε, ωρέ βάστα την καταχνιά σου, να μη μας διάβουν οι Ρούμανοι, να μη μας διάβουν οι Ρούμανοι, Διαμάντη μ' Κόκκινε.
Βάστα, Τούρναβε, τον άμμο της θαλάσσης (Λάρσα, Τούρναβε). Τι να βαστάξω η μαύρη μου και τι να νταϊντήσω (μικρή βλαχούλα μου);
Βάτους κι αγκάθια πάτησα, Βασίλω, ώσπου να σ' αγαπήσω. Φέτος τ' αμπέλια χάλασαν, Βασίλω, και τι κρασί θα πιούμε,
Βγάλτε τα καινούρια, ντύστε τα τζιρτζέλια, πάρτε κι τα θκέλλια, σύρτε κι στ' αμπέλια.
Βγήκα ψηλά, παπαδοπούλα μου, βγήκα ψηλά στον Όλυμπο κι αγνάντεψα τις θάλασσες κι αγνάντεψα τριγύρω.
Βγήκαν τα λούδια από τη γης, τα ίτσια από τους κάμπους. Βγήκαν κι δυο καλά παιδιά ν' από τον Κάτω Κόσμο.
Βλάχα έπλενε στης βρύσης τα πλατάνια και γυαλίζονταν, τα κάλλη της κοιτούσε.
Βλαχούλα εροβόλησε από ψηλή ραχούλα, που 'χει τη ρόκα στο ζωνάρι, τ' αδράχτι γεμισμένο.
Βρέχουν, χιονίζουν, Ντεληρωμιά, τα βουνά κι κάμποι χαλαζιώνουν. Κι θάλασσα ταράζεται και η γης ανατρομάζει.
Γαμπρέ μ', τη μάνα π' σ' έκαμε και είσαι άσπρος σαν το γάλα.
Γενίτσαρος ξεκίνησε 'πού μέσ' τη Σαλονίκη. Στα Γρεβενά ξεπέζεψε μες τον παλιό Αχίλλη.
Γενίτσαρος ξεκίνησε απ' τη Θεσσαλονίκη. Στα Γρεβενά ξεπέζεψε μες στον παλιό Αχίλλη.
Σελίδα 1 από 9

ΑΝΑΖΗΤΗΖΗ

Αρχή