Βρίσκεστε εδώ: HomeΜΟΥΣΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟΚυρατζίδικα

Κυρατζίδικα (25)

Τα αργόσkyratzidika2υρτα κυρατζίδικα ή καλοκαιρινά τραγούδια των κυρατζήδων που εκτελούσαν το διαμετακομιστικό εμπόριο από πόλη σε πόλη και από χώρα σε χώρα, διασχίζοντας ολόκληρα τα Βαλκάνια με καραβάνια από μουλάρια και άλογα.

Τα τραγουδούσαν οι άντρες στις διαδρομές απ' το χωριό προς τα χωράφια, τα κοπάδια και τους κήπους. Επίσης, τα κυρατζίδικα ήταν τα τραγούδια της νύχτας, όταν με τα άλογα ή τα μουλάρια οι άντρες ξεκινούσαν για το «γρέκι» ή τα πήγαιναν για βοσκή τη νύχτα, αφού όλη μέρα ήταν στη δουλειά.

Ανάθεμα ποιος ζήλευε αμπέλια και χωράφια, δε ζήλευε μια έμορφη, μια μικροπαντρεμένη,
Ανάθεμα που φύτευε κλήμα μες στην αυλή μου κι φούντωσε το κλήμα μου και κλείστηκαν οι αυλές μου
Ανάθεμά τον πόλεγε τ' αδέρφια δεν πονιούνται. Τ' αδέρφια σκίζουν τα βουνά κι οι αδερφές τους κάμπους.
Από μικρός ορφάνεψα απού μάνα, απού πατέρα κι πήγα κι ρογιάστηκα σε μια κυρά-Βουργάρα.
Γενίτσαρος ξεκίνησε απ' τη Θεσσαλονίκη. Στα Γρεβενά ξεπέζεψε μες στον παλιό Αχίλλη.
Γιάννης φίδι σκότωσε στη μέσ' από το δρόμο. Οσα φίδια κι αν τ' άκουσαν, όλα τα βαροφάνκι.
Γλυκοχαράζουν τα βουνά κι οι έμορφες κοιμούνται και τα καημένα τα παιδιά στα ξένα τυραννιούνται.
Γρεβενιωπούλα θέριζε σ' ένα κοντό κριθάρι. Σέρνει δρεπάνι δαμασκί, παλαμαριά σημένια.
Γρεβενιωπούλα θέριζε σ' ένα κοντό κριθάρι, ξυπόλυτη, ξεζώνωτη κι από νερό σκασμένη.
Δώδεκα χρόνους στη Βλαχιά, μωρ' Κατερίνα μου, και δυο στο Βουκουρέστι και μια βραδιά στο σπίτι σου ήρθα στ' αρχοντικό σου.
- Ήλιε μ', γιατί μας άργησες κι αργείς να βασιλέψεις; Σε καταριέται η αργατιά, σε βλαστημούν οι χήρες,
Ήλιος βάρεσε κι ο σταυραετός κοιμάται. Κι όντας ξύπνησε, ο ήλιος βασιλεύει.
Καλότυχα είναι τα βουνά, ποτέ τα δε γεράζουν. Το καλοκαίρι πράσινα, βουνά μου πράσινα, και το χειμώνα χιόνια.
Κοράσι ετραγούδησε απάνω σε γεφύρι και το γεφύρι ράγισε και τα καράβια στάθκαν
Μάνα, με κακοπάντρεψες και μ' έδωσες στους κάμπους. Ν' εγώ το κάμα, μάνα μ', δε βαστώ, νερό ζεστό δεν πίνω.
- Με πήρ' ο ύπνος κι έγειρα, κόρη μ', στην αγκαλιά σου. Δε μ' άφησες να κοιμηθώ από τα δάκρυά σου.
Νυστάξαν τα ματάκια μου, καρδιά μου μόν' κοιμάται. Σιούκτι, μάτια μ', να πέσουμε, σιούκτι να κοιμηθούμε.
Νυστάξαν τα ματάκια μου, Νίτσα μου κάλεσια, κοιμάται η καρδιά μου. Σήκω, Νίτσα μ', να πέσουμε ν' ακόμα απόψε αντάμα
Νύχτωσε και βράδιασε, πάεισε και τούτη μέρα. Πάεισαν τ' αηδόνια στις φωλιές και τα πουλιά στις μάνες
Νύχτωσε, Λουλούδω μου, στο μύλο να μην πάνεις, το τι είναι Τούρκος μυλωνάς κι αράπης μανταλιάρης
Ο Γιάνντς παντρεύεται, ο Γιάνντς γυναίκα παίρνει απ' το Νιζιρό κι απ' τη μεγάλη χώρα.
Ποιος είν' αυτός που τραγουδεί τώρα τ' αργά, το βράδυ, που ξύπνησε εννιά χωριά και δέκα βιλαέτια;
Τρεις μέρες έκανα γαμπρός, δώδεκα χρόνους σκλάβος. Κι απόψε είδα στον ύπνο μου, στον ύπνο που κοιμόμουν.
Τώρα τ' αργά τ' αργούτσικα, όταν γυρνάει ο ήλιος, μωρ' Γιάννο, μωρ' Γιαννή, Γιωργάκη αδερφή,
Φεγγάρι μου λαμπρό, λαμπρό και λαμπροφορεμένο, αυτού ψηλά που περπατείς και χαμηλά λοϊάζεις

ΑΝΑΖΗΤΗΖΗ

Αρχή