Βρίσκεστε εδώ: HomeΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΙ ΚΕΙΜΕΝΑΛαογραφικά άρθραΤα προξενιά
Προξενητάδες ήρθανε από τη Βαβυλώνα.
Γυρεύανε την Αρετή πολύ μακριά στα ξένα.

Το παραπάνω τραγούδι, από τα καλύτερα του ακριτικού κύκλου, δείχνει ότι ανέκαθεν υπήρχε ο θεσμός της προξενιάς. Οι προξενήτρες και οι προξενητάδες ήταν γνωστοί από την αρχαιότητα ως «προμνήστρες».

Σπάνιες οι περιπτώσεις, από την αρχαιότητα μέχρι τα μέσα του προηγούμενου αιώνα, όπου κάποιοι ήταν δυνατόν να παντρευτούν χωρίς προξενιά.

Στη δική μας περίπτωση, στο Νομό Γρεβενών, οι προξενιές γίνονταν από το φθινόπωρο και πέρα και στη διάρκεια του χειμώνα. Τότε δηλαδή που περιορίζονταν οι αγροτικές δουλειές και όλοι οι χωριανοί βρίσκονταν στο χωριό. Έτσι, είχαν τον καιρό να σκεφτούν και λίγο για τα παιδιά τους που ήταν σε ηλικία για παντρειά.

Η ηλικία γάμου για τα κορίτσια και τα αγόρια αναφέρθηκε ήδη. Όσο πιο γρήγορα πάντρευαν οι γονείς τα παιδιά τους, τόσο καλύτερα ήταν για όλους.

«Ή μικρός, μικρός παντρέψ' ή μικρός καλογερέψ'», έλεγαν.

Σύμφωνα με τις ανάγκες, τις απαιτήσεις αλλά και τις συνήθειες της εποχής, δεν είχαν άδικο. Ο προορισμός κάθε παιδιού, αφού μεγάλωνε, δεν ήταν άλλος από την παντρειά. Άλλωστε, οποιαδήποτε καθυστέρηση δεν εξυπηρετούσε τίποτα. Αντίθετα, οι ανάγκες της ζωής επέβαλαν να κάνει ο καθένας τη δική του οικογένεια, να μεγαλώσει το σόι, να γίνει πιο δυνατή η «φάρα», πιο σεβαστά τα πρόσωπα ως ανδρόγυνο. Όσο περισσότερα τα χέρια στην παραγωγή, τόσο καλύτερα για τη σοδειά και τα «έχοντα» του σπιτιού. Γι' αυτό έλεγαν:

Τα πολλά τα χέρια να τα ευλογήσει ο Θεός,
και τα πολλά τα στόματα να τα αναστομώσει.

Αφού, λοιπόν, όλοι οι γάμοι γίνονταν με προξενιές, έπρεπε να υπάρχουν και οι κατάλληλοι άνθρωποι που θα τις έκαναν. Πράγματι, έτσι ήταν. Οι προξενήτρες και οι προξενητάδες ήταν γυναίκες και άνδρες με ειδικά χαρίσματα. Άνθρωποι κοινωνικοί, έξυπνοι, υπομονετικοί, εύστροφοι, γλυκομίλητοι, πολυλογάδες, πολλές φορές τερατολόγοι, αλλά και ψευταράδες, πάντα, όμως, εχέμυθοι. Οι προξενιές μέσα στο χωριό συνήθως γίνονταν από γυναίκες «προξεν'τούδες», σε αντίθεση με τις προξενιές έξω απ' το χωριό που γίνονταν από άνδρες, οι οποίοι εξαιτίας του επαγγέλματός τους γύριζαν στα χωριά, όπως οι ραφτάδες, οι γανωτήδες, οι γυρολόγοι, οι ζωέμποροι κ.ά.

Οι προξενήτρες ήξεραν απ' έξω και ανακατωτά όλα τα παιδιά του χωριού, αγόρια και κορίτσια. Συνηθισμένη τακτική ήταν η τυχαία, τάχα, επίσκεψη στο σπίτι των γονιών του αγοριού ή του κοριτσιού. Η συζήτηση αρχικά ήταν τελείως άσχετη. Συζητούσαν δήθεν για τις δουλειές, τον καιρό, τα νέα του χωριού και άλλα. Μόλις η κουβέντα το 'φερνε βολικά, η έμπειρη «προξεν'του» δεν έχανε ευκαιρία. Καθισμένη όπως ήταν κοντά στο τζάκι, άρπαζε το μάσια και συμπώντας (σκαλίζοντας) τα ξύλα της φωτιάς έλεγε: «Άιστι, όπως συμπούμι τα δαυλιά, έτσι να συμπήσουμε κι τ'ς προυξενιές».

- «Εμ, δεν έχ'ς σκουπό να μας βρεις κάναν καλό γαμπρό κι για του θ'κό μας του κουρίτσι», έλεγε η μάνα του κοριτσιού με παράπονο, τάχα.

- «Αμ, δεν ξέρ'ς, γι' αυτό λες! Σ' έχου ένα πιδί...κακά μάτια να μην του ιδούν»!

Κι άρχιζε ν' αραδιάζει ένα σωρό παινέματα για το αγόρι και τη λεβεντιά του, την εξυπνάδα του, τους καλούς τρόπους του, την εργατικότητα, την αξιοσύνη και τα «έχοντά» του.

Αν το αγόρι τους άρεσε κι έβλεπαν στο πρόσωπό του το σύντροφο του κοριτσιού τους, άφηναν να εννοηθεί ότι κάτι μπορεί να γίνει. Αν, όμως, δεν τους άρεσε, τότε προφασίζονταν ότι το κορίτσι είναι ακόμα μικρό ή δεν έχει έτοιμη την «αρμάτα», δηλαδή την προίκα, οπότε από δω και πέρα η υπόθεση εξαρτιόταν αποκλειστικά απ' την καπατσοσύνη της «προξεν'τους».

Οι προτιμήσεις ήταν πάντα στα κορίτσια του χωριού, έστω κι αν ήταν λίγο κατώτερα σε ομορφιά και πλούτη. Κι αυτό γιατί για τα κορίτσια του χωριού πάντα κάτι παραπάνω θα γνώριζαν για τα «χούια» τους, για το νοικοκυριό τους, για το χαρακτήρα τους. «Παπούτσι από τον τόπο μου κι ας είναι μπαλωμένο», έλεγαν. Ενώ για τα κορίτσια από ξένο χωριό, που δεν γνώριζαν τίποτα για το χαρακτήρα και την οικογένειά τους, έλεγαν: «Καλά είναι να μην παίρνεις γουρούνι στο σακί».

Οι προτιμήσεις στα κορίτσια του χωριού δεν οφείλονταν μόνο στα όσα προαναφέρθηκαν, αλλά και σε μια σειρά από άλλες αιτίες, όπως η ενίσχυση της συγγένειας μέσα στο χωριό, η βοήθεια που μπορούσε να υπάρξει στις διάφορες δουλειές και η υποστήριξη στις δύσκολες στιγμές της ζωής, δεδομένου ότι πάντα οι άνθρωποι κινδύνευαν από τους κλέφτες, τους Τούρκους και τους Αρβανίτες.

Όσο πιο πολλούς και γερούς συγγενείς είχε κάποιος στο χωριό τόσο μεγαλύτερη υποστήριξη είχε και τόσο περισσότερη σιγουριά ένιωθε στη ζωή. Γι' αυτό το συμπεθέριασμα με χωριανούς ήταν η μοναδική ευκαιρία, που δεν έπρεπε να τη χάσει κανείς.

"Παλιότερα", όπως αναφέρει ο Κώστας Καραμπατάκης στο βιβλίο του «Ο γάμος του παλιού καιρού», "για να συγγενέψουν δύο αγαπημένες και φιλικές οικογένειες, αρραβώνιαζαν τα παιδιά τους απ' τη νηπιακή ηλικία. Η μάνα του αγοριού, σαν γεννούσε η γυναίκα της φιλικής οικογένειας κορίτσι, πήγαινε και κολλούσε με κερί στο μέτωπο του νεογέννητο κοριτσιού ένα φλουρί και το κορίτσι αυτό θεωρούνταν «καπαριασμένο». Κανένας δεν είχε το δικαίωμα ούτε να στείλει προξενιά και να το ζητήσει σε γάμο, όταν θα μεγάλωνε, ούτε, βέβαια, οι γονείς του είχαν το δικαίωμα να παραβιάσουν τη συμφωνία και να τους «γελάσουν»".

Το έθιμο αυτό, που σήμερα φαίνεται αστείο και τραγικό συνάμα, κάποτε σε δύσκολες εποχές σκλαβιάς και κυνηγητού από «βάρβαρους» εχθρούς ήταν τρόπος ζωής και προάσπισης της ασφάλειας τους. Ο συγγενικός δεσμός έδενε τις δύο οικογένειες μπρος στον κοινό και αναπάντεχο κίνδυνο.

Για τον ίδιο λόγο, οι πρόγονοί μας πάντρευαν τα παιδιά τους στα 10 και 12 χρόνια της ηλικίας τους, για να μην τα αρπάξουν οι Τούρκοι και οι Αρβανίτες του Αλή-πασά. Να τι γράφει ο Αραβαντινός σχετικά μ' αυτό το θέμα: «Τα δε κοράσια άμα έφθαναν εις το δωδέκατον έτος της εαυτών ηλικίας, επί Τουρκοκρατίας, εκρύπτοντο εις ξένα πρόσωπα και σπανίως ο μνηστήρ και οι οικείοι αυτού εώρων την μεμνηστευμένην, ώστε και δια την θείαν μετάληψιν εν ταις μεγάλαις εορταίς όρθρου βαθέος απήρχοντο εν ταις εκκλησίας μετά των συγγενών, ίνα κοινωνήσωσι παρά του ιερέως και επανήρχοντο εις τας οικείας».

Ήταν απόλυτη ανάγκη οι άνθρωποι των χωριών εκείνης της εποχής να δημιουργούν συγγένειες είτε με συμπεθεριές είτε με κουμπαριές είτε, τέλος, με απλές φιλίες που το κορύφωμά τους έφτανε ως το «αδέρφωμα», με το θεσμό των μπρατίμων, δηλαδή των αδερφοποιητών, που ήταν πολύ διαδεδομένος τότε σ' όλη την υπόλοιπη Ελλάδα.

Η λέξη «μπράτιμος» προέρχεται από το σλάβικο «μπράτμος», που σημαίνει «αδερφός μου». Όσοι ήθελαν να γίνουν μπράτιμοι, να γίνουν δηλαδή πνευματικά αδέρφια, το Πάσχα, ύστερα από τη Δεύτερη Ανάσταση, πήγαιναν στην εκκλησία και σκυμμένοι σε σχήμα κύκλου με τα κεφάλια ακουμπισμένα κάτω απ' το Ευαγγέλιο και ζωσμένοι με την αγία ζώνη έπαιρναν την ευχή του παπά και τις ευλογίες της εκκλησίας. Από τη στιγμή εκείνη θεωρούνταν αναμεταξύ τους αδέρφια και ο ένας φώναζε τον άλλο «μπράτ'με». Τα κορίτσια που τυχόν θα έπαιρναν μέρος σ' αυτό το άγραφο μυστήριο μαζί με τα αγόρια τα αποκαλούσαν «αδερφοφτές» ή «'διρφοφτές».

Ο κάθε μπράτιμος αποκαλούσε τους γονείς του άλλου μπράτιμου «σταυρομάνα» και «σταυροπατέρα» και ο κάθε μπράτιμος αποκαλούνταν από τους γονείς του άλλου «σταυρογιός». Οι μπράτιμοι ήταν οι πιο πιστοί και αφοσιωμένοι φίλοι του γαμπρού στο γάμο και τον ακολουθούσαν σαν υπηρέτες και σωματοφύλακες, όπου κι αν πήγαινε.

Συμπεραίνεται, λοιπόν, ότι το συμπεθέριασμα με χωριανούς εκείνη την εποχή είχε μεγάλη σκοπιμότητα και ήταν όχι μόνο απαραίτητο, αλλά και επιβεβλημένο εξαιτίας των συνθηκών της ζωής.

Μόνο στην περίπτωση που δε θα 'βρισκαν κορίτσι της αρεσκείας τους στο χωριό θα απευθύνονταν σε άλλο χωριό και θα 'παιρναν «ξενοχωρίτισσα» ή αν είχαν λόγους να θέλουν να συγγενέψουν με άλλο χωριό. Το «νυφοδιάλεγμα» σ' αυτήν την περίπτωση γινόταν στις «χαρές», δηλ. στους γάμους και τα πανηγύρια, αλλά και πάλι με τη μεσολάβηση του προξενητή.

Όταν τα παιδιά, αγόρια ή κορίτσια, έρχονταν στον καιρό τους, έπρεπε να βρεθεί το τυχερό τους. Όπως όλα τα πράγματα, έτσι και δω χρειαζόταν λίγο σπρώξιμο. Στην αρχή οι γονείς το συζητούσαν με κάποιον συγγενή τους ή έμπιστο φίλο τους κι αφού βολιδοσκοπούσαν περίπου τις διάφορες πιθανότητες για το συγκεκριμένο πρόσωπο, ακολουθούσε η ανάθεση της δουλειάς στην προξενήτρα ή στον προξενητή. Εκείνοι ήξεραν καλά τη δουλειά τους. Τα πρόσωπα που είχαν συμφωνηθεί, αγόρια ή κορίτσια, από γονείς και προξενητάδες από εκείνη τη στιγμή έμπαιναν σε αυστηρή και διακριτική επιτήρηση. Δύο μάτια ήταν καρφωμένα πίσω από τους υποψήφιους μελλόνυμφους, σε όλες τις εξωτερικές δουλειές τους, παντού. Αν η προξενιά, όπως είπαμε, γινόταν σ' άλλο χωριό, ο προξενητής έπρεπε να είναι το κατάλληλο πρόσωπο, που να μπορεί να πηγαινοέρχεται από το ένα χωριό στο άλλο, χωρίς να προκαλεί υπόνοιες. Τέτοια πρόσωπα ήταν κυρίως οι ραφτάδες που γύριζαν από χωριό σε χωριό, γιατί τότε κάθε σπίτι καλούσε το ράφτη επί τόπου και έραβε τα ρούχα σχεδόν όλης της οικογένειας, ακόμα και τα προικιά των κοριτσιών. Οι ραφτάδες, λοιπόν, και τις περισσότερες οικογένειες των χωριών τις ήξεραν καλά και μπορούσαν να κινούνται από χωριό σε χωριό ελεύθερα και ανυποψίαστα.

Κάθε πληροφορία, κάθε καινούριο χαμπέρι έφτανε στους ενδιαφερόμενους γονείς και το αξιολογούσαν, ψιλοκοσκινίζοντάς το με προσοχή. Η διαδικασία αυτή ήταν άλλοτε σύντομη κι άλλοτε χρονοβόρα. Όταν έφτανε στο τέλος της και η απόφαση ήταν θετική, ακολουθούσε το «δόσιμο του λόγου». Η δουλειά των προξενητάδων είχε σχεδόν τελειώσει. Η αμοιβή, πέρα από το ηθικό μέρος, συνήθως περιλάμβανε ένα ζευγάρι παπούτσια, ένα πουκάμισο ή και χρήματα πολλές φορές. Έτσι, περήφανοι και γεμάτοι χαρά, ο προξενητής ή η προξενήτρα, συνέχιζαν επιτυχώς την επόμενη δουλειά.

Μετά τις προξενιές, το «δόσιμο του λόγου» ήταν η τελική διαδικασία. Για να φτάσει κάποιος σ' αυτό το στάδιο έπρεπε να σταθμίσει, να ζυγίσει και να σκεφτεί καλά τα πράγματα απ' όλες τις πλευρές, γιατί μετά το «λόγο» δεν υπήρχε επιστροφή. Ο λόγος ήταν συμβόλαιο. «Έδωσα το λόγο μου και δεν μπορώ να τον πάρω πίσω», έλεγαν. Όποιος κι αν έμπαινε ανάμεσα, στο μεταξύ, με σκοπό να χαλάσει την προξενιά, σταθερά και πάντα έπαιρνε την ίδια απάντηση: «Όπ' θα φτύσω δεν αγλείφω».

Όλη η κοινωνία τότε, όλος ο κόσμος, έβλεπε με κακό μάτι και αποδοκίμαζε έντονα οποιαδήποτε ενέργεια για χάλασμα της προξενιάς. Σπάνια θα βρισκόταν άνθρωπος να πάρει το λόγο του πίσω. Όποιος το 'κανε έχανε την τιμή και την υπόληψή του. Ο αντίκτυπος της πράξης αυτής βάραινε και στα άλλα του παιδιά και δεν είχε καμία εμπιστοσύνη και εκτίμηση από κανέναν. «Κάλλια να κάψεις ένα μοναστήρ(ι), παρά να χαλάσεις μια προυξενιά», έλεγαν.

Πέρα από τις προξενιές και τις διαδικασίες, όπως περιγράφτηκαν παραπάνω, υπήρχαν και περιπτώσεις που όλα αυτά παραμερίζονταν και ακολουθούσαν συνοπτικές διαδικασίες. Εφαρμοζόταν το πρωτόγονο έθιμο της αρπαγής, το «κλέψιμο» δηλαδή της νύφης. Το έθιμο αυτό, κατάλοιπο μιας άλλης εποχής, γινόταν με δύο τρόπους. Ο ένας ήταν το κλέψιμο της νύφης με τη θέλησή της, αλληλοαρπαγή, και ο άλλος δια της βίας, χωρίς δηλαδή τη θέληση του κοριτσιού.

Στην αλληλοαρπαγή τα πράγματα ήταν συμφωνημένα ανάμεσα στους δύο νέους. Έτσι, μια βραδιά, που στο σπίτι όλοι κοιμόνταν ανύποπτοι, το κορίτσι έφευγε κρυφά και συναντούσε τον εκλεκτό της καρδιάς της. Κρύβονταν στο δάσος για ένα – δύο εικοσιτετράωρα και μετά παρουσιάζονταν στις αρχές ζητώντας την προστασία τους και τη συγκατάθεση των γονιών για το γάμο. Αν την έπαιρναν, όλα ήταν νόμιμα παρ' όλη την παρατυπία. Αν, όμως, δεν έπαιρναν τη συγκατάθεση, τότε, κι αν ακόμα παντρεύονταν κρυφά, ο γάμος θεωρούνταν παράνομος και ανήθικος, όπως και στην αρχαιότητα.

Στη βίαιη απαγωγή, που σήμαινε ότι το κορίτσι δεν ήθελε, τα πράγματα ήταν τελείως διαφορετικά και πολλές φορές είχαν δραματική εξέλιξη. Ο νιος, που αγαπούσε με πάθος και δεν έβρισκε ανταπόκριση ή που δε γνώριζε καν το ερωτικό του πάθος η κοπελιά, έστηνε καρτέρι στη βρύση που συνήθως ήταν λίγο πιο έξω απ' το χωριό ή σε κάποιο δρόμο προς την εξοχή και εμφανιζόταν μπρος στην κοπελιά ξαφνικά και με την απειλή του μαχαιριού ζητούσε ή ανάγκαζε το κορίτσι να τον ακολουθήσει. Συνήθως το κορίτσι δεν ανταποκρινόταν, οπότε γινόταν πάλη σώμα με σώμα. Οι φωνές και η αντίσταση του κοριτσιού ανάγκαζαν το νεαρό σε πράξη απελπισίας, οπότε με το μαχαίρι του έκοβε τις κοτσίδες του κοριτσιού και κρατώντας τις σφιχτά στα χέρια του ως τρόπαιο εξαφανιζόταν σαν αγρίμι στο δάσος. Αυτή η κατάληξη για ένα κορίτσι εκείνης της εποχής ήταν μεγάλη ντροπή. Κανένας δε θα τολμούσε να ζητήσει σε γάμο μια «μαδ'μέν(η)», αφού κάποιος άλλος την άγγιξε και την τσαλαπάτησε μ' αυτόν τον τρόπο. Για το λόγο αυτόν, αν το αγόρι ήταν καλό, προκειμένου το κορίτσι να μη μείνει ανύπαντρο, παράβλεπαν τη βίαιη συμπεριφορά και αποφάσιζαν να παντρέψουν τους δύο νέους. Αν, όμως, την πράξη αυτήν του αγοριού την έπαιρναν για προσβολή της οικογενειακής τιμής, τότε ολόκληρο το συγγενολόι του κοριτσιού ξεσηκωνόταν και το θέμα εξελισσόταν δραματικά.

Σήμερα που η χειραφέτηση και η ισότητα των γυναικών είναι γεγονός, όλα όσα περιγράψαμε παραπάνω φαίνονται σαν παραμύθια. Σήμερα, ακόμα κι αν μεσολαβήσουν άνθρωποι, για να πραγματοποιηθεί ένας γάμος, το θέμα δεν παίρνει τις διαστάσεις της παλιάς προξενιάς, ούτε, αν κάποιος αποφασίσει να κλέψει την εκλεκτή της καρδιάς του, χρειάζεται μαχαίρια ή κουμπούρια και κυρίως δε χρειάζεται τις πλεξούδες για τρόπαια.

Στις μέρες μας, για όλα αποφασίζουν οι νέοι μόνοι τους. Προξενιές, «λόγος», αρραβωνιάσματα, γάμος συμπυκνώνονται σε μια άμεση γνωριμία των ενδιαφερομένων, που μπορεί να είναι μια απλή σχέση, δεσμός ή γάμος. Οι γονείς συμβουλευτικό μόνο ρόλο παίζουν και σπάνια αποφασιστικό. Επομένως, «σαν θέλ' η νύφη κι ο γαμπρός, τύφλα να 'χει ο πιθιρός».

Πέρασαν αρκετές δεκαετίες, από τότε που έπαψαν να γίνονται οι προξενιές ερήμην των ενδιαφερομένων. Οι προξενιές και σήμερα ακόμη γίνονται, απλά άλλαξαν μορφή. Προσαρμόστηκαν δηλαδή στα ήθη της εποχής. Πάντως, όσο θα υπάρχουν άνθρωποι, οι προξενιές, οι μεσολαβητικοί ρόλοι και η διευκόλυνση των γνωριμιών θα αποτελούν απαραίτητα στοιχεία στις σχέσεις τους.

Σήμερα οι άνθρωποι συναντιούνται σ' ένα πάρτι, σ' ένα χορό, στο μπαρ, στη διασκέδαση, στην εκδρομή, στο σχολείο, στο πανεπιστήμιο, στη δουλειά, στο internet, μόνοι τους ή με τη μεσολάβηση φίλων και γνωστών.

Όσο κι αν άλλαξε η κοινωνία, τα ήθη, τα έθιμα, όσο κι αν είναι σπάνιο το πρωτόγονο έθιμο της αρπαγής, υπάρχουν και σήμερα με άλλη μορφή και οι «προξεν'τούδες» και οι προξενητάδες, ακόμα και οι φλιτζανούδες. Τα γραφεία συνοικεσίων, οι εφημερίδες και τα περιοδικά αποτελούν καλά οργανωμένη προέκταση της αθώας και ανιδιοτελούς προξενήτρας και του προξενητή.

Σήμερα, το «δόσιμο του λόγου» έχει χαλαρώσει πολύ, η προξενιά πολύ εύκολα μπορεί να χαλάσει, ο αρραβώνας από το τίποτα μπορεί να διαλυθεί και ο γάμος περνάει, δυστυχώς, σοβαρή κρίση. Όμως, η ζωή συνεχίζεται.


Τμήμα από το βιβλίου «Του Γάμου» του Δημήτρη Ρίγγου. Σύμφωνα με τον ίδιο, το βιβλίο είχε ολοκληρωθεί. Στις σημειώσεις και τα αρχεία του όμως -δυστυχώς- βρέθηκε μόνον η παραπάνω ενότητα.

Συνδεθείτε για να υποβάλετε σχόλια

ΑΝΑΖΗΤΗΖΗ

Αρχή