Στην εθνική λαογραφία, που μελετά τις πράξεις και τις ενέργειες του λαού σύμφωνα με την παράδοση, ο γάμος αποτελεί έναν από τους τρεις σταθμούς της ανθρώπινης ζωής. Οι άλλοι δύο είναι η γέννηση και ο θάνατος.

Ο γάμος τα παλιά τα χρόνια είχε άλλη διάσταση, μεγαλοπρέπεια και συμβολισμό. Άλλωστε, οι αξίες της ζωής τότε ήταν τελείως διαφορετικές. Οι κοινωνίες κλειστές, περιορισμένες στα οικονομικά μεγέθη της εποχής που μόλις και μετά βίας εξασφάλιζαν τα αναγκαία για την επιβίωση. Κύριο μέλημα των γονιών εκείνης της εποχής ήταν να μεγαλώσουν τα παιδιά τους μέχρι την ηλικία γάμου, 15 -16 χρονών για τα κορίτσια και όχι πάνω από 20 για τα αγόρια.

Το μοναδικό εισόδημα ήταν η παραγωγή από τα χωράφια και τα γιδοπρόβατα. Ο καρπός των οπωροφόρων ήταν τροφή και για το χειμώνα. Αμύγδαλα, καρύδια, φουντούκια και στεγνωμένα φρούτα και λάχανα ήταν οι λιχουδιές της Σαρακοστής. Λίγα τα αγαθά, μικρές και οι απαιτήσεις των ανθρώπων. Ολιγαρκείς, λιτοί και λιτοδίαιτοι, εργατικοί, γεμάτοι αγάπη για τη ζωή. Ευχαριστημένοι από τ' αγαθά που τους έδινε ο Θεός, ήξεραν να τα διαχειρίζονται σωστά και με μέτρο, όπως ήξεραν να μοιράζουν το χρόνο τους ανάμεσα στη δουλειά, την ξεκούραση και τη διασκέδαση. Είχαν το δικό τους ρυθμό, προσκολλημένοι στην παράδοση με τα ήθη και τα έθιμα, τις εργάσιμες μέρες και τις αργίες.

Κάθε γιορτή, μικρή ή μεγάλη, είχε τη δική της διάσταση και ήξεραν να την απολαμβάνουν ανάλογα. Οι μεγάλες γιορτές της χριστιανοσύνης ήταν τα Χριστούγεννα, η Πρωτοχρονιά, οι Αποκριές και η Πασχαλιά, για το χειμώνα και την άνοιξη. Οι γιορτές και τα πανηγύρια για το καλοκαίρι. Τα αρραβωνιάσματα και οι γάμοι για το φθινόπωρο και το χειμώνα γέμιζαν τελείως τη ζωή των ανθρώπων, μοιρασμένα στο χρόνο και στο χώρο με μέτρο και σύνεση. Το καθετί στην ώρα του και όπως έπρεπε. Γίνονταν σωστή χρήση και εκμετάλλευση όλων των αγαθών και των ευκαιριών που θα παρουσιάζονταν. Πάνω απ' όλα ήταν να εξασφαλιστεί το γέννημα της χρονιάς, για να μην πεινάσει η οικογένεια. Όλα τα άλλα είχαν δευτερεύουσα σημασία.

Μόλις, όμως, τα παιδιά έφταναν σε ηλικία γάμου, πρώτη προτεραιότητα και μέγιστο μέλημα ήταν η παντρειά τους. Τις μεγάλες νύχτες του χειμώνα μπροστά στο αναμμένο τζάκι, στα ατέλειωτα νυχτέρια, μόνιμη συζήτηση η ανεύρεση του γαμπρού για τα κορίτσια και της καλύτερης νύφης για τα αγόρια.

Σιγοκουβεντιάζοντας, έφερναν στο μυαλό τους όλα τα αγόρια και τα κορίτσια του χωριού που ταίριαζαν με τα δικά τους στην ηλικία, στα «κάλλη», στα «έχοντα» και στη «σειρά». Κι αν σημάδευαν κάποιο, το 'βαζαν στο νου τους κι άρχιζαν να το παρακολουθούν σ' όλες τις εκδηλώσεις του.

Για τα αγόρια το πράγμα δεν ήταν και τόσο δύσκολο. Εύκολα μπορούσαν να τα παρακολουθήσουν σ' όλες τις αυθόρμητες εκδηλώσεις τους, στις γιορτές, στα πανηγύρια και να ξεχωρίσουν τα προτερήματα και τα τυχόν ελαττώματά τους.

Για τα κορίτσια, όμως, δεν ήταν το ίδιο εύκολο. Τις πιο πολλές ώρες τα κορίτσια ήταν κλεισμένα στο σπίτι. Σπάνια έβγαιναν έξω και πάντα με συνοδεία, οπότε ήταν δύσκολες οι πληροφορίες. Γι' αυτό, για να πάρουν τις πληροφορίες που χρειάζονταν για το χαρακτήρα τους (τα χούια) και τη συμπεριφορά τους (φέρσιμο), έβαζαν μια γνωστή γυναίκα της γειτονιάς και παρακολουθούσε όλες τις κινήσεις κι έτσι, σε λίγο καιρό, όλες οι πληροφορίες ήταν συγκεντρωμένες με κάθε λεπτομέρεια.

Στα αγόρια πρόσεχαν τη λεβεντιά, την εξυπνάδα, την εργατικότητα και τα πλούτη (έχοντα).

Τα κορίτσια τα 'θελαν «έμορφα», «μόλαβα» (ήσυχα), «δουλευτάρικα», νοικοκυρές κι από καλούς γονήδες. Γι' αυτό κι έλεγαν:

Δε θέλου νύφ' μι τάματα, νύφη με παρακάλια.
Μόν' θέλου νύφη έμορφη κι από καλούς γονήδες,
να ξέρει ρόκα κι αργαλειό, να ξέρει να κεντάει
και να τιμάει την πεθερά και να τιμάει τον άντρα.

Τα γούστα των χωρικών εκείνης της εποχής για τις γυναίκες ήταν τελείως διαφορετικά από τα σημερινά. Τις προτιμούσαν άσπρες και παχουλές.

Το ζήτημα της κοινωνικής τάξης, της «σειράς» δηλαδή, το πρόσεχαν, επίσης, πολύ, γι' αυτό συμβούλευαν λέγοντας: «Πάρε γυναίκα από σειρά και σκύλα από κοπάδι».

Πάντα στα χωριά υπήρχαν οι κοινωνικές διακρίσεις, κυρίως σχετικά με τα πλούτη και την περιουσία σε κτήματα και ζωντανά. Έτσι, σε κάθε χωριό υπήρχαν οι «νοικοκυραίοι» και οι φτωχοί, οι φουκαράδες που δεν είχαν στο ήλιο μοίρα, χωρίς πολλά χωράφια και ζώα και συνήθως ήταν «χουσμικιάρηδες», δηλ. υπάλληλοι ή εργάτες στους νοικοκύρηδες, ή τζομπαναραίοι στους τσελιγκάδες.

Ποτέ ένας «νοικοκύρης» δε θα 'δινε κορίτσι σ' ένα «φουκαρά», όσα προτερήματα κι αν είχε, από άποψη λεβεντιάς, εξυπνάδας και εργατικότητας, και ποτέ ένας φτωχός δε θα 'χε την τόλμη να ζητήσει κορίτσι από τρανό «τζάκι».

Μόνο μια περίπτωση υπήρχε να ταιριάσουν οι δύο αυτές αντιθέσεις. Όταν το συμφέρον του «νοικοκύρη» τον ανάγκαζε να πάρει ένα καλό κι έξυπνο αγόρι «σώγαμπρο» στη θυγατέρα του, ή ένα καλό, όμορφο και φτωχό κορίτσι νύφη στο λιγόμυαλο, μεγάλο στην ηλικία και ανίκανο γιο του. Μα και τότε για τον αταίριαστο αυτόν γάμο το κορίτσι με πίκρα και παράπονο και πολλές φορές με δάκρυα στα μάτια θα έλεγε:

Λύκος να φάει τα πρόβατα, λύκος να φάει τα γίδια.
Φωτιά να κάψει τα φλουριά, φωτιά να κάψει τ' άσπρα,
μπροστά στον άντρα τον καλό, μπροστά στο παλικάρι.
Δε βγαίνουν τ' άσπρα στο χορό, δε βγαίνουν στο σεργιάνι,
μόν' βγαίν' ο άντρας ο καλός κι τ' άξιο παλικάρι.

Επίσης, στο παρακάτω τραγούδι η απάντηση του κοριτσιού, που το ανάγκασαν οι γονείς του στον αταίριαστο γάμο, όπου ο γαμπρός δεν είχε να επιδείξει τίποτα άλλο από τα πλούτη και το βιος του, ήταν γεμάτη πίκρα και παράπονο:

-Κόρη μου, τι τον ζήλεψες αυτόν τον μαραζιάρη;
-Τον ζήλεψε η μάνα του, γαμπρό για να τον κάνει.
Ν' έχει μουλάρια στη Βλαχιά, πλούτη στο Βουκουρέστι,
ν' έχει και χίλια πρόβατα κι πεντακόσια γίδια.

Χαρακτηριστικό της εποχής εκείνης ήταν η τυφλή υπακοή των κοριτσιών και των αγοριών στους γονείς και ιδιαίτερα στον πατέρα. Το ζήτημα του γάμου τα παλιά τα χρόνια σ' όλα τα χωριά των Γρεβενών ήταν αποκλειστικό δικαίωμα του πατέρα. Ούτε το αγόρι είχε το δικαίωμα να αντιμιλήσει στις αποφάσεις του πατέρα ούτε το κορίτσι να πει τη γνώμη του και να φέρει τις αντιρρήσεις του.

Η κοινωνία ήταν τόσο πατριαρχική που κανένας, ούτε το αγόρι ούτε το κορίτσι, μα ούτε και η μάνα, μπορούσε να αντιδράσει στο ζήτημα του γάμου. Αλίμονο στο κορίτσι που θα τολμούσε να αντισταθεί στη γνώμη του πατέρα και να μην πειθαρχήσει στη θέλησή του. Αν αυτή η ανυπακοή σταματούσε μέσα στο σπίτι και στο συγγενικό περιβάλλον, το κακό δεν προχωρούσε πιο πέρα. Αν, όμως, έβγαινε προς τα έξω και το άρπαζαν οι κακές οι γλώσσες του χωριού, τότε κανένας δε θα τολμούσε να ζητήσει σε γάμο ένα τέτοιο ανυπάκουο, κακό και «ρήξαβο» κορίτσι, γιατί είχε ήδη αποκτήσει κακό όνομα. «Κάλλιο το μάτι να σε βγει παρά τ' όνομα», έλεγαν οι παλιοί. Το καλό το κορίτσι έπρεπε να 'χει τυφλή εμπιστοσύνη και υπακοή στους γονείς.

Σχετικά με την ηλικία του γάμου, τα αγόρια μόλις πατούσαν τα δεκαοχτώ – είκοσι και τα κορίτσια τα δεκαέξι έπρεπε να παντρευτούν.

Κανένα κορίτσι δεν έπρεπε να φτάσει στα είκοσι και κανένα αγόρι να τα ξεπεράσει.

Όποιο κορίτσι δεν είχε παντρευτεί μέχρι αυτήν την ηλικία και δεν είχαν φροντίσει οι γονείς του να πάει στο σπίτι του, ή «δουλευτάρικο» δεν ήταν ή κακό και ανοικοκύρευτο θα ήταν.

Το καλό κορίτσι, «σαν έφτανε στον καιρό του κι έβγαινε το τυχερό του», έπρεπε να παντρευτεί και να πάει σπίτι του, γιατί, σύμφωνα με την πείρα και τη λαϊκή σοφία,:

Το μήλο που 'ναι στη μηλιά σαν διάβει απ' τον καιρό του,
για σέπεται, για χάνεται, για το γουρούνι το τρώει.
Έτσι κι η κόρη η ανύπαντρη σαν διάβει απ' τον καιρό της,
για γέρον, για απόχηρον, για κάναν απ' τον πάτο (παίρνει).

Το ζήτημα του γάμου, τότε αλλά και σήμερα, είναι ένα από τα σπουδαιότερα προβλήματα της ζωής. «Δεν είναι μπάλωμα να το ξηλώσω», έλεγαν οι παλιοί, «είναι ζωή ολόκληρη και χρειάζεται προσοχή».

Σήμερα, τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά και ισχύει αυτό που λέει ο λαός: «Σαν θέλει η νύφη κι ο γαμπρός, τύφλα να 'χει ο πεθερός».

Η γνώμη των γονιών σήμερα μόνο συμβουλευτικό χαρακτήρα έχει. Οι νέοι άνθρωποι διαλέγουν ο ένας τον άλλο με δική τους ευθύνη και κυρίως με το δικό τους γούστο.

Συνδεθείτε για να υποβάλετε σχόλια

ΑΝΑΖΗΤΗΖΗ

Αρχή