Βρίσκεστε εδώ: HomeΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΙ ΚΕΙΜΕΝΑΛαογραφικά άρθραΤο αρματολίκι των Γρεβενών και το κλέφτικο δημοτικό τραγούδι

Το αρματολίκι των Γρεβενών και το κλέφτικο δημοτικό τραγούδι

Κλέφτες και αρματολοί

Οι κλέφτες

Τέσσερις ολόκληρους αιώνες χρειάστηκε το Ελληνικό Έθνος για την αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού (1453-1821), απ' την πτώση της Πόλης το 1453, μέχρι την κήρυξη της Επανάστασης του 1821. Ήταν σχεδόν απίστευτο κι όμως αληθινό.

Η προεπαναστατική αυτή περίοδος ήταν σκληρή και πολλές φορές αβάσταχτη. Δυστυχώς, και σήμερα ακόμη, επικρατεί διάχυτα η αντίληψη ότι οι Έλληνες αποδέχτηκαν τότε παθητικά τη σκλαβιά, ιδιαίτερα κατά τους πρώτους αιώνες. Δεν είναι, όμως, έτσι. Οι Έλληνες αντιστάθηκαν από την πρώτη στιγμή. Αντιστάθηκαν με το δικό τους τρόπο. Μεμονωμένα αρχικά, με ατομικές μόνο πρωτοβουλίες. Με τη μορφή μικρών ομάδων στη συνέχεια σηκώνονταν κι έφευγαν στα βουνά.

Οι πιο θαρραλέοι στην αρχή, οι πιο ατρόμητοι, οι ανυπότακτοι, αυτοί που δεν τον άντεχαν το δυνάστη. Αυτοί πρώτοι αντιστάθηκαν στην καταπίεση των Τούρκων και, για να μην γίνουν σκλάβοι, άφησαν τα χωριά τους και αποτραβήχτηκαν στα ορεινά και λημέριαζαν εκεί όπου φώλιαζαν οι λύκοι και τ' άγρια θηρία. Ήταν αυτοί που το 'λεγε η ψυχή τους, οι πιο δυνατοί, οι πιο ανθεκτικοί στις κακουχίες και τις στερήσεις. Αυτοί που άντεχαν στις δυσκολίες του βουνού. Έπρεπε, όμως, να ζήσουν. Αλλά πώς; Ήταν άραγε αρκετό ό,τι εύρισκαν στο βουνό; Όχι, βέβαια. Επομένως, δεν έμενε άλλο από την κλεψιά. Κατέβαιναν και λήστευαν κυρίως τους Τούρκους, αλλά και τους επώνυμους προσκυνημένους Ρωμιούς. Έγιναν, λοιπόν, κλέφτες. Η λέξη «κλέφτης» γι' αυτούς ήταν τιμητική, τη δέχονταν με ευχαρίστηση. Με τον καιρό πλήθαιναν. Πολλοί απ' αυτούς αποκτούσαν φήμη και δόξα από τις πράξεις τιμωρίας κατά των κατακτητών και γίνονταν αντικείμενο θαυμασμού και παράδειγμα προς μίμηση. Προτιμούσαν την ελευθερία τους, όσο δύσκολο και σκληρό κι αν ήταν το τίμημα. «Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή». Διατήρησαν άσβεστη τη φλόγα της αγάπης για την ελευθερία, την ελεύθερη σκέψη και ζωή.

Ο Κασομούλης γράφει ότι «πολλοί έλληνες ραγιάδες μη υπομένοντες τας αδικίας των διοικητών Τούρκων, τα βαριά δοσίματα και τους τυραννικούς προεστούς, πάντοτε εφοβέριζαν με το "σηκώνομαι κλέφτης"». Ο Παραρρηγόπουλος λέει ότι «οι κλέφτες παρήχθησαν εξ αυτής της πρώτης ημέρας της κατακτήσεως των Τούρκων».

Ο Σπυρίδων Τρικούπης γράφει: «εμφανίζεται η μορφή του κλέφτη, μορφή ηρωική και γενναία, η οποία δεν εδίστασε να υψώσει το ανάστημά της κατά του πανίσχυρου δυνάστη. Στη φαντασία των δύστυχων ραγιάδων ο κλέφτης παρουσιάζεται και φαντάζει αήττητος, ακατάβλητος, ιπποτικός, αλλά και σκληρός τιμωρός των αυθαδειών και αυθαιρεσιών των τούρκων αφεντάδων. Αρνούνταν οι κλέφτες κάθε συμβίωση μετά των κατακτητών πλανώμενοι μέρα και νύχτα σε άγριους τόπους... Αυτοί αποτελούν άγκυραν ελπίδας προς την μέλλουσαν πολιτικήν αναγέννησιν».

Η έξοδος του κλέφτη στο βουνό και η μεμονωμένη ή ομαδική δράση του δεν είχε εθνικά ελατήρια. Ήταν προσωπική υπόθεση. «Σηκώνομαι κλέφτης» δήλωνε ο κάθε καταπιεσμένος, χωρίς να στοχεύει σε όραμα εθνικό ή όραμα οργανωμένης κοινωνικής τάξης. Πώς ήταν, όμως, η ζωή των κλεφτών; Να πώς την περιγράφει ο Φοριέλ: «Θα ταίριαζε, λέει, να δώσουμε μια ιδέα για τον τρόπο μαθητείας, με τον οποίο οι κλέφτες έφταναν λίγο λίγο στο βαθμό της δύναμης, της δεξιότητας, της αντοχής και της ευκινησίας, που χωρίς αυτές θα καταβάλλονταν κάθε λεπτό από τους κόπους και τους κινδύνους μιας τέτοιας ζωής. Ιδιαίτερες επιδόσεις είχαν στο σημάδι. Χτυπούσαν από απόσταση 200 βημάτων αβγό κρεμασμένο στο κλαδί και οι πιο ικανοί από την ίδια απόσταση περνούσαν τη σφαίρα μέσα από το δακτυλίδι. «Αυτός περνά το βόλι από το δακτυλίδι», έλεγαν για τους άριστους σκοπευτές, ενώ η έκφραση «τραβάω φωτιά στη φωτιά» σήμαινε τη δυνατότητα που είχαν οι κλέφτες να πετύχουν τον εχθρό που είχε πυροβολήσει και είδαν τη φωτιά της σφαίρας του. Άλλες προσφιλείς γυμναστικές ασκήσεις των κλεφτών ήταν το ρίξιμο της πέτρας όσο πιο μακριά μπορούσαν, το πήδημα και το τρέξιμο. Λένε για το Νικοτσάρα ότι με ένα πήδημα περνούσε εφτά άλογα, το ένα δίπλα στο άλλο. Η ταχύτητα στο περπάτημα και στο τρέξιμο ήταν παροιμιώδης. «Τριών μερών περπάτημα το κάνουν σε μια μέρα», λέει το τραγούδι του Θ. Ζιάκα.

Ήταν σε θέση με σχετική άνεση να κάνουν απίστευτες πορείες, απόλυτα απαραίτητες είτε για να ξαφνιάζουν τον εχθρό που νόμιζε ότι βρισκόταν εκτός βολής είτε για να γλιτώσουν από μια πολιορκία. Οι φυσικές ικανότητες των κλεφτών στην πείνα, τη δίψα και την ξαγρύπνια μόνο με τους αρχαίους Άραβες της ερήμου θα μπορούσαν να συγκριθούν. Μάχες που κρατούσαν τρεις μέρες και τρεις νύχτες τις άντεχαν χωρίς νερό, ψωμί και ύπνο. Η αντοχή τους στον πόνο ήταν υπεράνθρωπη. Άντεχαν στα πιο σκληρά βασανιστήρια, χωρίς να βγάζουν άχνα, χωρίς να τους ξεφεύγει λέξη, εκτός αν ήταν λέξεις περιφρόνησης και βρισιάς για τους πασάδες και τους δήμιους τους. Από τα συνηθισμένα βασανιστήρια ήταν το σπάσιμο των κοκάλων από τα δάκτυλα των ποδιών μέχρι τους γοφούς με σιδερένιο σφυρί. «Καλό μολύβι» ήταν η ευχή στα γλέντια τους, αφού γνώριζαν τα μαρτύρια που τους περίμεναν αν πιάνονταν αιχμάλωτοι. Να μην τους πάρουν οι Τούρκοι το κεφάλι ήταν η άλλη μεγάλη τους φροντίδα και ντροπή συνάμα, αν το έπαιρναν. Έτσι, η πιο σοβαρή και πιο ιερή παράκληση, που είχε να κάνει στους συντρόφους του ένας κλέφτης που ξεψυχούσε σε μια μάχη, ήταν να του κόψουν γρήγορα το κεφάλι και να το πάρουν μαζί τους, για να μην πέσει στα χέρια των Τούρκων».

Αυτή είναι η ρομαντική πλευρά του κλέφτη, χωρίς να σημαίνει ότι πολλοί απ' αυτούς δεν ήταν πραγματικοί ληστές και δυνάστες του λαού.

Όταν, όμως, το αίσθημα της ελευθερίας φούντωσε, τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας ορισμένοι φλογεροί πατριώτες πρόσεξαν ότι οι κλέφτες θα μπορούσαν να αποτελέσουν τον πυρήνα ενός επαναστατικού απελευθερωτικού στρατού. Θέλησαν, λοιπόν, να δουν τους κλέφτες ως ηρωικούς εκδικητές του Ελληνισμού κι έδωσαν ένα ρομαντικό χρώμα στη λέξη. Οι κλέφτες εμφανίζονταν πια τίμιοι, αγνοί και πολεμικοί. Όλη τους η ορμή διοχετεύονταν στον πόλεμο με τους Τούρκους.

Ο ανώνυμος συγγραφέας της «Ελληνικής Νομαρχίας» θέλει τους κλέφτες να είναι αυτοί, «που μην υποφέροντες τας φοβεράς τυραννίας των Οθωμανών εκλέγουσιν εκείνους όπου γνωρίζουσιν αξιότερους και φεύγουσιν εις τα δάση δια να διαυθεντεύσουν την ελευθερία των... Την σήμερον (1806) εις όλην την Ελλάδα ευρίσκονται, βέβαια, από αυτούς περισσότεροι από δέκα χιλιάδας, των οποίων η ανδρεία είναι αδιήγητος και η αγάπη για την ελευθερίαν απερίγραπτος. Αυτοί οι ήρωες πολλάκις, μην απαντώντες εχθρούς δια να λάβωσιν με την νίκην τα όσα τους είναι αναγκαία, ζώσι δύο και τρεις ημέρας με νερόν και χόρτα και ούτως δεν ενοχλούσι τους χωριάτας εις ουδέν».

Όταν η επανάσταση έγινε και οι ελπίδες δικαιώθηκαν, ο Γεώργιος Γαζής, γραμματικός του Καραϊσκάκη, γράφει για τους κλέφτες: «Άνθρωποι λησταί και κλέπται και κακούργοι, οίτινες έζων έως της επαναστάσεως ως άγρια θηρία εις τα σπήλαια και δάση... Άνθρωποι οίτινες ποτέ δεν είχον ιδεί πόλιν, ούτε εις εκκλησίαν επήγαν, ούτε λειτουργίαν ήκουσαν, ούτε εξομολόγησιν και μετάληψιν εγίγνωσκον, ούτε ανθρωπισμόν διόλου, αλλά τότε ανθρωπίσθηκαν, τότε εγνώρισαν Θεόν, πίστιν και πατρίδα... Πολλοί των τοιούτων έδειξαν όχι ανδραγαθίας, αλλά σημεία και τέρατα... Ετίμησαν τα ελληνικά όπλα και τους αρχηγούς των, έσωσαν ίσως και την ψυχήν των φονευθέντες υπέρ πίστεως και πατρίδος». Ο Ι. Φιλήμων συμπληρώνει: «Τάχα, ανατρέχοντες εις το παρελθόν, δεν θέλομεν ίδει εν ενεργεία μάλιστα την επανάστασιν; Την θεωρούμεν αφ' ης εποχής οι κλέπται επολέμουν την τυραννίαν εις τα όρη... Το όνομα κλέπται δεν εδόθη εις τούτους δια το πραγματικόν μέρος της διαγωγής των».

Παρ' όλη την αντίδραση του Finlay για την έννοια του όρου «κλέφτης» και την επιμονή του ότι «οι πατριώτες κλέφτες της νεοελληνικής ποιήσεως είναι χθεσινό δημιούργημα», το δημιούργημα αυτό έπιασε ρίζες γερές. Ο Μακρυγιάννης, εκφράζοντας την ευαισθησία της εποχής του, έβλεπε, στα 1836-39 πια, τους κλέφτες ως «τη μαγιά της λευτεριάς, όπου την βάσταξαν ξυπόλυτοι και γυμνοί τόσους αιώνες εις τα βουνά και ερημιές να μη χαθεί, και σκότωναν οι τύραγνοι και οι τουρκοκοτζαμπασήδες έναν από αυτούς και γένονταν δέκα. Και είχαν συντρόφους όλοι αυτοίνοι τ' άγρια θεριά και φίδια όπου συγκατοικούσανε μαζί και προστάτη μόνον τον Θεόν». Η ρομαντική αντίληψη για τους κλέφτες διαδόθηκε γρήγορα στο λαό και διατηρήθηκε ως ιστορική αναγκαιότητα. Εξάλλου, κολάκευε το παρελθόν του λαού. Με τέτοια δύσκολη ζωή, με τόση άσκηση και εκπαίδευση στην αντοχή, στις στερήσεις και στις κακουχίες, έκανε και τους ίδιους σκληρούς και εκδικητικούς, δύσκαμπτους και αδυσώπητους. Το μίσος τους για τον κατακτητή ήταν πολύ μεγάλο. Έτσι, ατρόμητοι, θαρραλέοι και ριψοκίνδυνοι που ήταν γίνονταν μαχητικοί και επίφοβοι και προξενούσαν μεγάλη διατάραξη στη δημόσια ζωή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Για τους Τούρκους, λοιπόν, δεν υπήρχε άλλος τρόπος από το να συμβιβαστούν, να συνθηκολογήσουν με τους κλέφτες. Πράγματι, έβαλαν σε ενέργεια ένα σχέδιο που στόχευε να φέρει τους κλέφτες σε διαμάχη αναμεταξύ τους. Επινόησαν το θεσμό των αρματολών.

Οι αρματολοί

Ο θεσμός των αρματολών αντιπροσωπεύει την προσπάθεια της οθωμανικής εξουσίας, αλλά και της ίδιας της κοινωνίας να περιορίσει τη ληστεία. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία παραχώρησε ένα μέρος της εξουσίας της στους κλέφτες κι έτσι προέκυψαν οι αρματολοί. Αποστολή των αρματολών ήταν η τήρηση της τάξης στη χώρα, η επιτήρηση των ορεινών διαβάσεων, των δερβενιών, αφήνοντας ελεύθερο το πέρασμα στους ταξιδιώτες και τους εμπόρους. Επίσης, έργο των αρματολών ήταν η προστασία των φιλήσυχων κατοίκων από τις επιδρομές των κλεφτών. Με τον τρόπο αυτόν η Οθωμανική Αυτοκρατορία έλπιζε ότι θα έχει διπλό όφελος, δηλαδή και τους υπηκόους της θα προφύλαγε και τους κλέφτες θα περιόριζε. Οι κλέφτες, όμως, με τους αρματολούς τα πήγαιναν μια χαρά. Ήταν το ίδιο φύραμα, ήταν μια φύτρα, ήταν η αμφίδρομη αντίδραση που η μια πλευρά τροφοδοτούσε την άλλη, ανάλογα με τις περιστάσεις και τις ανάγκες. Ο κλέφτης γινόταν αρματολός και, όταν η τουρκική διοίκηση τον δυσαρεστούσε, ξαναγινόταν κλέφτης και αντίστροφα. Έτσι, οι έλληνες κλέφτες γίνονταν ουσιαστικά αφέντες του τόπου τους, φύλακες και φρουροί των συμφερόντων των ραγιάδων. Η ανεξαρτησία που παραχωρούνταν από τους τυράννους στις περιοχές των αρματολών συντέλεσε στο να δημιουργηθούν σ' αυτές οικισμοί από ντόπιους κατοίκους, αλλά και από άλλους ραγιάδες άλλων περιοχών, που κατέφευγαν εκεί, για να βρουν προστασία.

Τα αρματολίκια και οι αρματολοί αναπτύσσονταν κυρίως στις ορεινές περιοχές, που συχνά ήταν κατοικημένες από αμιγείς ελληνικούς πληθυσμούς. Δεν υπήρχαν αρματολοί στις πόλεις ούτε σε περιοχές που είχαν έδρα οι τούρκοι αξιωματούχοι, όπως η Λάρισα, τα Γιάννενα κ.α., ούτε σε μέρη που υπερτερούσε ο μουσουλμανικός πληθυσμός, όπως η θεσσαλική πεδιάδα.

Η δημιουργία των αρματολών οφείλεται στην αδυναμία του οθωμανικού κράτους να στείλει στρατεύματα σε όλη την έκταση της αυτοκρατορίας, για να τηρούν την εσωτερική τάξη. Αναγκάστηκαν δηλαδή οι σουλτάνοι να αναθέσουν στους ντόπιους οπλαρχηγούς τη φύλαξη των ορεινών διαβάσεων, των δερβενιών, παραχωρώντας σε αντάλλαγμα ορισμένα προνόμια ανάμεσα στα οποία και η οπλοφορία.

Αντίθετα, λοιπόν, με τους κλέφτες, οι αρματολοί αποτελούν γέννημα της Τουρκοκρατίας και η ιστορία τους χωρίζεται σε δύο μεγάλες περιόδους. Η πρώτη φτάνει ως τα τέλη του 17ου αιώνα, διαρκεί δηλαδή περίπου 250 χρόνια, στη διάρκεια των οποίων οι αρματολοί δεν έρχονται σε ρήξη με το οθωμανικό κράτος. Τα καθήκοντά τους είναι περισσότερο αστυνομικά. Ο Αραβαντινός στα «Ηπειρώτικα χρονογραφήματά» του αναφέρει ότι ο Σουλεϊμάν Β' και ο Σουλτάνος Σελίμ ο Α' ο Μεγαλοπρεπής το 1537 δημιούργησαν στη χώρα 15 αρματολίκια. Μεταξύ αυτών και τα τρία αρματολίκια των Γρεβενών, δηλαδή ένα των Χασίων και δύο της Πίνδου (Μηλιάς και Δοτσικού-Σαμαρίνας). Με τον τρόπο αυτόν εξασφάλιζε ο σουλτάνος σίγουρη μετάβαση του στρατού του και των εφοδιοπομπών από και προς τα Βαλκάνια και την Ευρώπη.

Στη δεύτερη περίοδο του αρματολισμού, δηλαδή από τις αρχές του 18ου αιώνα, τότε που τα αρματολίκια είχαν αυξηθεί και οι αρματολοί ήταν σχεδόν κυρίαρχοι στην ύπαιθρο, αφού έλεγχαν όλες τις διαβάσεις και συνεπώς το εμπόριο της αυτοκρατορίας, η τουρκική εξουσία προσπάθησε να εξαλείψει ή να εξασθενίσει το θεσμό, αναγκάζοντας έτσι τους αρματολούς να υπερασπιστούν τα παλιά τους προνόμια με τα όπλα. Η επιτυχία της δυναμικής αντίδρασης και αναμέτρησης αύξησε το κύρος των αρματολών. Δεν είναι υπερβολή ούτε μακριά από την ιστορική αλήθεια, αν θεωρηθεί ότι ένας από τους σημαντικούς λόγους που δημιούργησαν την ισχυρή εθνική συνείδηση στους αρματολούς στάθηκε ακριβώς η επίμονη προσπάθεια του οθωμανικού κράτους να τους αντικαταστήσει με τους μουσουλμάνους δερβεναγάδες. Το δημοτικό τραγούδι μας το λέει ξεκάθαρα:

- Τι συλλογιάζεις, Γιώτη μου, τι βάζεις με το νου σου;
- Μόν' συλλογιάζω τον καιρό, το τι καιρός μας ήρθε.
Πάν' τα ντερβένια, τούρκεψαν, τα πήραν οι Αρβανίτες.
Τα πήρε ο Ασλάν'ς απ' την Αγιά κι ο αγάς από την Κόν'τσα.
Κι δεν μ' αφήνουν να διαβώ, στα Γιάννενα να πάνω.

(Περισσότερα)

Στη διάρκεια ολόκληρου του 18ου αιώνα αυτή η εθνική συνείδηση των αρματολών ολοένα μεγαλώνει και μεταμορφώνεται σε επίγνωση του λαού ότι αυτοί είναι οι πολεμικοί ηγέτες του. Δείγμα της ανησυχίας των Οθωμανών είναι τα αλλεπάλληλα σουλτανικά φιρμάνια του 1722, 1755 και 1757, με τα οποία επιχειρείται η κατάργηση των αρματολικιών. Δεν μπόρεσαν, όμως, να τα υποτάξουν ούτε να τα διαλύσουν εντελώς.

Οι αρματολίκι των Γρεβενών

Μέχρι το 1500 οι Αλβανοί ήταν χριστιανοί επί Σεντέρ-μπεη και πρώτος ο σουλτάνος Σελίμ ο Α' (1520). Οι Τούρκοι συνέλαβαν το σχέδιο να υποτάξουν τους Έλληνες, βάζοντάς τους να πολεμήσουν αναμεταξύ τους, δηλ. θέσπισαν το θεσμό του αρματολού με στόχο την εξόντωση των κλεφτών. Οι αρματολοί είχαν ως στόχο να εξοντώσουν τους κλέφτες και επαναστάτες. Με τον τρόπο αυτόν ο Σουλεϊμάν ο Β' διεξήγαγε μακρούς πολέμους. Ο Αλή-πασάς των Ιωαννίνων διέλυσε το 1807 το αρματολίκι των Χασίων, άφησε, όμως, άθικτα τ' αρματολίκια της Πίνδου και αυτό γιατί ο γερο-Ζιάκας βοήθησε τον Αλή να καθυποτάξει και να εξευτελίσει τον Κουρτ-πασά.

Εύλογα θα αναρωτηθεί κανείς: Οργανωμένα κινήματα δεν υπήρξαν στη διάρκεια αυτών των αιώνων; Μα και βέβαια υπήρξαν. Και μάλιστα κάθε φορά που δίνονταν η ευκαιρία, όπως το 1495, όταν ο Κάρολος ο Η΄ της Γαλλίας, προπαρασκευάζοντας μια νέα σταυροφορία εναντίον των Τούρκων, λογάριαζε να φτάσει διαμέσου της Ηπείρου και της Δ. Μακεδονίας στην Κωνσταντινούπολη, για να την ελευθερώσει. Στο άκουσμα αυτής της προετοιμασίας η Ήπειρος και η Δυτική Μακεδονία ξεσηκώθηκαν. Η ματαίωση, όμως, της σταυροφορίας συνετέλεσε στο να πνιγεί στο αίμα η εξέγερση.

Έκτοτε, σημειώθηκαν κι άλλες μικρότερες ή μεγαλύτερες εξεγέρσεις με κυρίαρχη εκείνη του 1571, όταν οι στόλοι των Δυνάμεων του Πάπα, της Ενετίας και της Ισπανίας κατατρόπωσαν τους Τούρκους στη ναυμαχία της Ναυπάκτου. Δυστυχώς, και πάλι η εξέγερση απέτυχε από τους δύστυχους εξεγερθέντες. Άλλοι θανατώθηκαν και άλλοι οδηγήθηκαν στα σκλαβοπάζαρα και στα χαρέμια της Ανατολής. Τότε είναι που η λαϊκή μούσα τραγούδησε τον πόνο της σκλαβιάς και της ξενιτιάς με την παρακάτω παραλογή:

Ερχόμαστ' απ' την Ανατολή με μια γοργή γαλιότα.
Πέντε πασάδες είχαμε κι όμορφα τραγουδούσαν
κι είχαμε σκλάβους άμοιρους στα σίδερα δεμένους,
στα σίδερα στις άλυσες και στις χοντρές καδένες.
Κι ο σκλάβος αναστέναξε απ' της καρδιάς τα φύλλα.
Δίνει τον αναστεναγμό και σείεται η γαλιότα.
Δίνει και άλλον ένανε και στέκει, δεν κινάει.
Κι ο μπέης το κατάλαβε και φώναξ' από την πρύμνη:
- Αν είναι από τους ναύτες μου, ανάθεμα τους όλους.
Κι αν είν' από τους σκλάβους μου, να τους ελευθερώσω.
- Ο σκλάβος είμ', αφέντη μου, ο σκλάβος, καπετάνιε.
- Σκλάβε, πεινάς, σκλάβε, διψάς, σκλάβε, ρούχα δεν έχεις;
- Μήτε πεινώ μήτε διψώ μήτε ρούχα δεν έχω.
Θυμήθηκα τη μάνα μου, τη δόλια μου γυναίκα,
που 'μουν τριών μερών γαμπρός, δώδεκα χρόνους σκλάβος.
-Τραγούδησέ μας, σκλάβε μου, και θα σ' ελευθερώσω.
- Πόσες φορές τραγούδησα και λευτεριά δεν είδα;
Μα αν είναι για τη λευτεριά, να ματατραγουδήσω.
Φέρτε μου το λαούτο μου με τ' ασημένια τέλια,
να τραγουδήσω και να πω για της σκλαβιάς τα πάθη:
«Δώδεκα χρόνους έκανα στης Μπαρμπαριάς την άμμο,
κι εννιά καρυές εφύτεψα στης φυλακής την πόρτα.
Κι απ' τις εννιά καρπό 'φαγα και λευτεριά δεν είδα.
Αν έχεις μάνα και παιδιά, πασά, λευτέρωσέ με».

Κάθε εξέγερση ήταν καταδικασμένη και, όμως, οι ραγιάδες δεν το έβαζαν κάτω. Ο αρχικός φόβος τους σιγά σιγά γίνονταν ελπίδα κι έπειτα θυμός, με τον καιρό αγανάκτηση και στη συνέχεια ξεσηκωμός και έξοδος στο βουνό. Ο κλεφτοπόλεμος συνέχιζε κι ολοένα δυνάμωνε και φούντωνε. Οι δυσκολίες στην επικοινωνία της απέραντης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μέρα με τη μέρα αύξαιναν. Τίποτα δεν κινούνταν με άνεση, ούτε το εμπόριο ούτε ο τακτικός οθωμανικός στρατός ούτε οι εφοδιοπομπές. Τα πάντα στην ύπαιθρο, στα περάσματα, στα δερβένια ελέγχονταν από τους κλέφτες. Ήταν πια αδύνατο να τους δαμάσουν. «Έναν από δαύτους σκότωναν οι Τούρκοι και ξεφύτρωναν δέκα», λέει στα απομνημονεύματά του ο Μακρυγιάννης «και θαρρούσαμε», συνεχίζει, «ότι αυτοί είναι προορισμένοι για τη σωτηρία του έθνους, γιατί αυτοί είναι τουρκοφάγοι».

Οι κλεφταρματολοί της περιοχής μας, των Γρεβενών και των γύρω περιοχών ήταν οι εξής:

Γενάρχης του αρματολισμού των Γρεβενών φέρεται ο γερο-Ζήδρος (περίπου 1650-1770).

Στη συνέχεια, οι: Λάππας, Παπαθύμιος Βλαχάβας (1770-1810), Νικοτσάρας (1774-1807), Τότσκας (1770-1804), Δήμος ή Ντεληδήμος (1770-1806), Γιάννης Πρίφτης ή Γιάννης του παπά (1750-1800), Μίχος, διάδοχος του Γιάννη Πρίφτη, Γιώργος Μίσιος και οι Ζιακαίοι.

Ο γερο-Ζιάκας ήταν πρωτοξάδελφος του Τότσκα. Καταγόταν από το Μαυρονόρος Γρεβενών. Ήταν σύγχρονος των μεγάλων αρματολών, δηλαδή του Ζήδρου, του Μπουκουβάλα, του Βλαχάβα, του Τότσκα, του Ντεληδήμου. Έλαβε μέρος στα Ορλοφικά το 1770. Ακολούθησε άγριος διωγμός και μετοίκησε στην Τίστα και στο Σπήλαιο.

Ο Κουρτ-πασάς εισέβαλε στη Δ. Μακεδονία σπέρνοντας παντού τον τρόμο, το πυρ και την καταστροφή. Απ' όλες τις επαρχίες βαρύτερο φόρο σε καταστροφές και θύματα πλήρωσε η επαρχία του αρχιεπαναστάτη Ζιάκα και ιδιαίτερα τα χωριά Μαυρονόρος, Τίστα και Σπήλιο. Τότε στο Μαυρονόρος σκοτώθηκε η οικογένεια του γερο-Ζιάκα, όπως γράφει ο εγγονός του Γούλας: «Το συνωμοτικόν πυρ εις την επαρχίαν Γρεβενών...έφερε την καταστροφήν της οικογενείας μου και των αδελφών Ζιακαίων. Μόνο ο παππούς μου διεσώθη».

Ύστερα απ' αυτό το γεγονός ο γερο-Ζιάκας έφυγε και εγκαταστάθηκε στην Τίστα, κοντά στον πρωτοξάδερφό του, τον Τότσκα.

Στη συνέχεια, ξαναπαντρεύτηκε μια Σπηλιωτοπούλα σε προχωρημένη ηλικία και γι' αυτό είχε μικρά παιδιά. Ενώ ήταν γέρος, με το δεύτερο γάμο απέκτησε δύο αγόρια, το Γιαννούλα (1795) και το Θόδωρο (1798).

Πολέμησε κατά του Κουρτ-πασά του Μπερατίου, του Βίλη-πασά του Τεπελενίου και του Αλή-πασά. Πήρε μέρος στο κίνημα του Βλαχάβα το 1808. Συμφιλιώθηκε με τον Αλή και κράτησε το αρματολίκι μέχρι το 1810. Πέθανε το 1814 σε βαθιά γεράματα.

Τον διαδέχθηκε στο αρματολίκι ο πρωτότοκος γιος του απ' το δεύτερο γάμο, Γιαννούλας, σε μικρή ηλικία. Ήταν μόλις 16 ετών, αμούστακο παλικάρι. Ηγεμόνας 600 χωριών. Αρκετά μορφωμένος για την εποχή του, μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Συναντήθηκε με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη και υπήρξε φίλος του Αλή-πασά. Με άλλα 235 παλικάρια πήρε μέρος στην Επανάσταση του 1821, όπως και στην πολιορκία και έξοδο του Μεσολογγίου. Δολοφονήθηκε το 1826. Άφησε πίσω του δύο παιδιά, το Νικολάκη και το Γούλα.

Το Γιαννούλα διαδέχτηκε ο πολυτραγουδισμένος θρυλικός ηγέτης και ήρωας, ο Θεόδωρος Ζιάκας. Ήταν επίμονος, αποφασιστικός και ριψοκίνδυνος.

(Περισσότερα Ηρωϊκα και κλέφτικα τραγούδια)

Συνδεθείτε για να υποβάλετε σχόλια

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:

ΑΝΑΖΗΤΗΖΗ

Αρχή