Βρίσκεστε εδώ: HomeΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΙ ΚΕΙΜΕΝΑΛαογραφικά άρθραΓρεβενά: Η ζωντανή λαϊκή μουσική παράδοση και η διαχρονική της πορεία

Γρεβενά: Η ζωντανή λαϊκή μουσική παράδοση και η διαχρονική της πορεία

Τρεις μέρες έκανα γαμπρός, δώδεκα χρόνους σκλάβος.
Κι απόψε είδα στον ύπνο μου, στον ύπνο που κοιμόμουν,
περδίκα είχα στα χέρια μου κι άλλος μου την επήρε.
Κι αρχίνησα να τραγουδώ, αρχίνησα να κλαίω.
Κι τ' άκουσε ο αφέντης μου από ψηλό σαράι:
- Ποιος είν' αυτός που τραγουδεί, ποιος είν' αυτός που κλαίει;
Αν είν' από τους δούλους μου, μισθό να τ' αβγατίσω.
Κι αν είναι από τους σκλάβους μου, να τον ελευθερώσω.
- Ο σκλάβος είμ', αφέντη μου, ο σκλάβος, καπετάνιε...(Περισσότερα)

Είναι η αρχή μιας όμορφης μπαλάντας, μιας παραλογής απ' τα τραγούδια της αρπαγής, απ' τα διαμάντια της εθνικής μας λογοτεχνίας. Έρχεται κατευθείαν απ' τα τραγούδια του ακριτικού κύκλου, χίλια διακόσια χρόνια πριν, και την πρωτοάκουσα, όταν μου την τραγούδησε στα μέσα της δεκαετίας του '70 η μπάμπω η Στέφαινα απ' το Σπήλιο Γρεβενών, 85 χρονών τότε, τυφλή, με ορθάνοιχτα, όμως, τα μάτια της ψυχής της. Σήμερα ακόμα τραγουδιέται από τις νεότερες ηλικίες σε διάφορα χωριά του νομού μας. Πρόσφατα την ξανάκουσα απ' τη Χρύσω Δεληγιάννη. Καμιά ή κανένας απ' όσους τραγουδούν αυτήν την καταπληκτική κυρατζήδικη μελωδία δε γνωρίζει πόσο σημαντική είναι η προσφορά του στη ζωντανή λαϊκή μουσική παράδοση ούτε, βέβαια, γνωρίζει ότι αυτό το τραγούδι μεταφέρεται από στόμα σε στόμα μέχρι σήμερα εδώ και χίλια χρόνια. Αυτή είναι η ζωντανή λαϊκή μουσική παράδοση. Αυτή που έρχεται απ' τα βάθη των αιώνων με τον προφορικό λόγο χωρίς τη μεσολάβηση της γραφής.

Είναι, λοιπόν, προφανές ότι η λαϊκή μουσική παράδοση είναι το δημοτικό μας τραγούδι, το οποίο, ως γνωστόν, δεν είναι απλά ποιητικός λόγος, αλλά είναι αναπόσπαστα δεμένο με τη μουσική και το χορό, συμπληρώνοντας έτσι την τρισυπόστατη φύση του.

Λένε ότι η ιστορία της λογοτεχνίας κάθε λαού αρχίζει με το δημοτικό τραγούδι. Τι είναι όμως το δημοτικό τραγούδι; Είναι η απρόσωπη ποιητική δημιουργία που γίνεται απ' το λαό και εκφράζει τη λαϊκή ψυχή. Είναι η προφορική λαϊκή παράδοση σε αντίθεση με τη γραπτή, τη λόγια. Ο ποιητής εδώ είναι άγνωστος και, επομένως, το τραγούδι ανήκει σε όλους, ανήκει στο λαό. Ενδεχομένως, ξεκίνησε κάποια στιγμή σε μια παρέα, σ' ένα γλέντι, σ' ένα πανηγύρι, σε μια χαρά, από κάποιον που είχε όχι μόνο το χάρισμα της στιχουργικής δεξιότητας, αλλά και την έμπνευση, τη δημιουργική σύλληψη και το ποιητικό ταλέντο. Η μετάδοση έγινε στη συνέχεια, όταν άρεσε στην παρέα, στη συντροφιά. Έτσι, ξανατραγουδήθηκε και μεταφέρθηκε από στόμα σε στόμα και από γενιά σε γενιά. Δουλεύτηκε, επεξεργάστηκε, βελτιώθηκε, βυθίστηκε στο χρόνο και παραδόθηκε στην τελική του μορφή, την ιδανική, την τέλεια και έγινε δημοτικό τραγούδι.

Ο λαός, επομένως, επέδρασε πάνω στο δημοτικό τραγούδι περισσότερο αφαιρετικά παρά προσθετικά, δηλαδή πιο πολλά στοιχεία αφαίρεσε, παρά πρόσθεσε. Στο δημοτικό μας τραγούδι κλείνεται ολάκερη η ζωή του έθνους και του λαού μας. Μ' αυτό τραγούδησε τα όνειρα, τους πόθους, τους καημούς, τις πίκρες, αλλά και τη χαρά, τη λεβεντιά, την ελευθερία, την αντρειοσύνη, την περηφάνια, τον ηρωισμό.

«Τα δημοτικά μας τραγούδια», λέει ο Άγις Θέρος, «είναι τα πνευματικά ριζοθέμελα της πατρίδας μας και για τούτο στέκουν μνημεία αξετίμητα της εθνικής μας λογοτεχνίας και κλείνουν μέσα τους γενναία νοήματα, λαμπερή ανθρωπιά, ευγενικά συναισθήματα. Είναι δεμένα μαστορικά με λογάρι άδολο απ' τον υπεράξιο χρυσικό, το λαό μας, και χρωστάει η ελληνική διανόηση να τα 'χει γκολφοσταυρό, και η νέα γενιά να τα ρουφάει για δρακοβότανο».

«Πήγαινε», λέει ο Ίωνας Δραγούμης, «στα δημοτικά τραγούδια, στη δημοτική τέχνη και στη χωριάτικη και τη λαϊκή ζωή, για να βρεις τη γλώσσα σου και την ψυχή σου και μ' αυτά τα εφόδια, αν έχεις ορμή μέσα σου και φύσημα, θα πλάσεις ό,τι θέλεις, παράδοση και πολιτισμό και αλήθεια και φιλοσοφία».

Η ίδια η ανωνυμία του δημοτικού ποιητή ήταν η κυρίαρχη πράξη της δημοκρατικότητας, όπου το άτομο αναλωνόταν στο όφελος του κοινωνικού συνόλου, όντας το ίδιο ρυθμιστικός παράγοντας της ζωής, εναρμονισμένο με το φυσικό και κοινωνικό του χώρο. Γι' αυτό, ποιητής του δημοτικού τραγουδιού μπορούσε να ήταν ο καθένας που δρούσε ως αποδέκτης των μηνυμάτων, των αισθημάτων, της σκέψης και της έκφρασης του κοινωνικού συνόλου, ο καθένας που ταύτιζε την ύπαρξή του με το περιβάλλον του, ανθρώπους, φύση, φυτά και ζώα. Γι' αυτό και η γλώσσα του δημοτικού τραγουδιού συνομιλεί με τα έμψυχα και τα άψυχα όντα, π.χ. ο άνθρωπος συνομιλεί με τα ζώα, το άλογό του, το σκύλο του, τα γίδια, τα πρόβατα και τα άγρια θηρία. Συνομιλεί με τα στοιχειά της φύσης, τον ήλιο, τον άνεμο, τον κεραυνό, το βοριά, τα χιόνια, τα βουνά, τους κάμπους, τα ποτάμια, τη θάλασσα, τα δέντρα, τα λουλούδια, αλλά και με τις υπερφυσικές δυνάμεις, τον ουρανό, τ' αστέρια, το Θεό, το χάρο.

Το δημοτικό τραγούδι είναι το «όλον» και ο δημιουργός του το «μέσον» αυτού του όλου. Το δημοτικό τραγούδι αναδείχθηκε και καθιερώθηκε ως μοναδικό και ανεπανάληπτο, γιατί εκφράζεται ελεύθερα, ανεπιτήδευτα, αυθόρμητα, παρορμητικά και με ανιδιοτέλεια. Γι' αυτό, ό,τι μπαίνει στη σφαίρα του δημοτικού τραγουδιού γίνεται πιο ανθρώπινο, γνήσιο, αυθόρμητο και συνάμα δραματικό, γιατί πέφτουν από πάνω του όλα τα περιττά στολίδια κι αυτό που απομένει είναι υποχρεωμένο να ανασαίνει στη σφαίρα του αυθεντικού. Όποιος, λοιπόν, εκφραζόταν καλύτερα, πειστικότερα, επικρατούσε και γινόταν αποδεκτός μέσα στην ανωνυμία του, για να ξεχαστεί ο ίδιος με τον καιρό, όχι, όμως, και το τραγούδι του, που ήδη είχε γίνει κτήμα των πολλών, για να συνεχιστεί έτσι η παράδοση από κάποιον άλλο ή κάποιους άλλους, πάντα ανώνυμα και για λογαριασμό όλων.

Οι κοινωνίες εκείνης της εποχής, της όποιας εποχής, μόνο προφορικά μπορούσαν να εκφράζονται. Ενδεχομένως, κι αν ακόμα μπορούσαν να γράψουν, δε θα το έκαναν, όχι μόνο γιατί ο προφορικός λόγος ήταν πιο προσιτός, οικείος και εύκολος, αλλά και γιατί είναι ελεύθερος, γνήσιος, απόλυτος, υπέροχος, είναι η παιδική μας ηλικία. Εξάλλου, η ιδέα δεν εγκλείεται στα γράμματα αλλά στη σκέψη.

Τέλος, η βίωση του δημοτικού τραγουδιού άνοιγε το δρόμο για μια κοινωνία πολύ πιο πλατιά, πολύ πιο ανθρώπινη, ουσιαστική και λειτουργική, εξαιτίας της λιτότητας, της απλότητας και της πληρότητάς της.

Σήμερα, όμως, μπαίνει κυρίαρχο και επιτακτικό το ερώτημα: ζει ή δε ζει το δημοτικό μας τραγούδι; Ζει ή δε ζει η λαϊκή μουσική παράδοση στα Γρεβενά; Η απάντηση απ' τη σημερινή κοινωνία ενδεχομένως έρχεται διστακτικά θετική. Κι, όμως, παρόλο το δισταγμό, αν κανείς την αναζητήσει, είναι πανταχού παρούσα. Σίγουρα με καινούριες μορφές, με ένα είδος λαθροβίωσης, οπωσδήποτε, όμως, με τη μορφή της προγονικής κυτταρικής μνήμης, που είναι απωθημένη στο υποσυνείδητο, έτοιμη να βγει στην επιφάνεια με το παραμικρό ερέθισμα είτε είναι αυτό λίγη ρακή είτε λίγο κρασί ή μια καλή παρέα, ένα δυνατό ξεφάντωμα.

Προσωπικά πιστεύω ότι ζει και θα ζει όσο υπάρχει η λαϊκή ψυχή με τις αστείρευτες δυνάμεις και τα αποθέματά της. Ζει στο στόμα, στ' αφτιά και την ψυχή όσων την αγαπούν και είναι περήφανοι γι' αυτήν. Ζει μες στην ψυχή των απλών ανθρώπων σ' όλα τα χωριά μας, όπως είναι η κυρα-Πολυξένη και οι όμοιές της στον Αϊ-Γιώργη Γρεβενών, η κυρα-Ζαχαρένια στο Νεοχώρι των Βεντζίων, η Μέλπω και η Παναγιώτα στη Σαρακήνα, η Γκόλφω, η Ευδοκία, η Δήμητρα, η Θελοΐτσα και η Κούλα στο Σπήλιο, η Βάαινα, η Χρήσταινα, η Σπύραινα, η Ζηκούλα, η Γιάννω και η Κωνσταντούλαινα στο Σιταρά, η Βάια Γραβάνη και ο μπαρμπα-Βασίλης στους Αγίους Θεοδώρους, ο μπαρμπα-Τσέλιος Μπαράκας στη Δήμητρα Χασίων, ο μπαρμπα-Στέργιος, ο Κώστας Μίμης, ο Θόδωρος Σιούλας παλιά και σήμερα, ο Γιώργος και ο Κώστας Κάραντος, ο Θανάσης και ο Γιάννης Τέγος στο Σπήλιο, ο Θύμιος Ζιώγας και ο Νίκος Μπόλης στη Λάβδα, ο Αποστολίνας κι ο Καλόγερος στο Περιβόλι, ο Κατσαρός στην Αβδέλλα και εκατοντάδες άλλοι σκορπισμένοι σ' όλα τα χωριά του νομού μας.

Ζει στις μικρές ή μεγαλύτερες αυτοσχέδιες χορωδίες, στα Χάσια, στα Βέντζια, στα Μαστοροχώρια και στα χωριά του Ορεινού όγκου. Ζει στην καταπληκτική χορωδία της Δεσκάτης.

Ζει στα χέρια, στο στόμα και στην ψυχή των λαϊκών μας οργανοπαιχτών, στις καλλιτεχνικές φάρες των Γκιουλεκαίων, των Τσιοτικαίων, των Κασιαραίων, των Λιταίων, των Αδαμαίων, των Ντοβαίων, που, με τα βιολιά, τα κλαρίνα, τα λαγούτα, τους νταϊρέδες και τα χάλκινα, σκορπούν παντού παραδοσιακές μελωδίες.

Ζει στην ψυχή, στο στόμα, στα χέρια και στα πόδια των συμπολιτών μας Ποντίων που, με τους ρυθμούς της λύρας και τους καταπληκτικούς χορούς τους (κότσαρι, τικ, ομάλ και πυρρίχιο), ξεσηκώνουν το σύμπαν.

Ζει κι έρχεται από πολύ μακριά, απ' τα βάθη των αιώνων, απ' τους προϊστορικούς χρόνους, απ' την εποχή του Ομήρου, του Ησιόδου, του Ηροδότου, από την εποχή των τραγικών μας ποιητών και τα μεταγενέστερα της τραγωδίας χρόνια, την εποχή δηλαδή του τραγωδίου, απ' όπου το δημοτικό μας τραγούδι πήρε τ' όνομά του.

Ζει κι έρχεται κατευθείαν στις μέρες μας από το μακρινό Βυζάντιο, την εποχή του πρώιμου Ελληνισμού και τα μετέπειτα χρόνια της Τουρκοκρατίας.

Σήμερα στα Γρεβενά τραγουδιούνται τα τραγούδια του ακριτικού κύκλου με τη μορφή των πασχαλιάτικων τραγουδιών, τραγουδιούνται οι παραλογές ή μπαλάντες με τη μορφή των κυρατζήδικων ή καλοκαιρινών μελωδιών, τα κλέφτικα και τα ιστορικά ως τραγούδια της τάβλας και του γάμου.

Επιπλέον, ζουν σήμερα στα Γρεβενά όλες οι κατηγορίες των δημοτικών τραγουδιών, όπως τα τραγούδια της ξενιτιάς, της δουλειάς, τα χειμωνιάτικα, τα κάλαντα των Χριστουγέννων, του νέου έτους και των Φώτων, τα αποκριάτικα (τα σεμνά και τα άσεμνα), τα ανοιξιάτικα, τα λαζαριάτικα ή βαϊάτικα, τα μαϊάτικα, τα γιαννιάτικα και του κλήδονα, της αγάπης, τα σατιρικά, τα περιστασιακά, τα θρησκευτικά, τα νανουρίσματα και τα μοιρολόγια.

Στα Γρεβενά σήμερα χορεύονται όλοι οι αυθεντικοί παραδοσιακοί χοροί με αντιπροσωπευτικούς:
• τον συγκαθιστό χορό, που, κατά το Σίμωνα Καρρά, είναι αρχαιοελληνικός χορός σε μουσική κλίμακα «δοχμίων ποδών» και χορεύεται μόνο στα Γρεβενά και στο Μέτσοβο.
• τον στρωτό ή συρτό χορό, που στην εποχή του Ομήρου ονομαζόταν «όρμος»
• το βαρύ γρεβενιώτικο τσάμικο.
• το καραπατάκι ή κολοβό, που είναι, κατά προτίμηση, χορός των κτηνοτρόφων.
• το χορό στα τρία.
• τα γυρίσματα, που είναι γρήγοροι χορευτικοί ρυθμοί και ακολουθούν πάντα μετά από ένα βαρύ και μακρόσυρτο χορευτικό σκοπό.

Εξυπακούεται ότι στο ρυθμό όλων αυτών των χορευτικών σκοπών υπάρχει ανεξάντλητος αριθμός αντίστοιχων τραγουδιών που τους συνοδεύουν.
Δε θ' αναφερθούν σ' αυτήν τη μικρή εισήγηση τα τραγούδια που συνοδεύουν τις γρεβενιώτικες χορευτικές μελωδίες. Επιβάλλεται, όμως, να σταχυολογηθούν ορισμένα τραγούδια του ακριτικού κύκλου, μερικές παραλογές και λίγα κλέφτικα και ιστορικά τραγούδια της περιοχής Γρεβενών, μέσα από τα οποία θα φανεί η συνέχεια και η διαχρονική πορεία της μουσικής μας παράδοσης.

Τα ακριτικά τραγούδια

Τα ακριτικά τραγούδια υμνούσαν τη ζωή και τα κατορθώματα των ακριτών που φύλαγαν τα σύνορα του βυζαντινού κράτους. Άγγιζαν, όμως, την καρδιά ολόκληρου του Ελληνισμού και γι' αυτό έγιναν πανελλήνια.
Είναι χαρακτηριστικό το τραγούδι της αντρειωμένης λυγερής που την κυνηγάει ο Σαρακηνός στα χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και ο Τούρκος στα χρόνια της τουρκικής σκλαβιάς:

Και η κόρη από το φόβο της κι από την αντροπή της
στον Άγιο Γιώργη έβγαινε, στον Άγιο Γιώργη βγαίνει.
-Βόηθα με, Αϊ – Γιώργη μ', βόηθα με, να μη με πάρει ο Τούρκος.
Θα φέρω λίτρες μάλαμα και λίτρες όλο ασήμι.
Κι ανοίξανε τα μάρμαρα και μπήκε η κόρη μέσα.
Να κι ο Τούρκος από κοντά θερμοπαρακαλώντας:
-Βόηθα με, Αϊ – Γιώργη μ', βόηθα με, να γίνω ρωμιοπούλος.
Θα φέρω λίτρες μάλαμα και λίτρες όλο ασήμι.
Και στα βουβαλοτόμαρα θα κουβαλνώ το λάδι.
Στην εκκλησιά θα βαφτιστώ κι εγώ και το παιδί μου,
για να μη χάσει δυο ψυχές ο αφέντης Άγιο Γιώργης.
Ανοίξανε τα μάρμαρα και βγάλανε την κόρη.
Ν' αρπάζει ο Τούρκος απ' τα μαλλιά και στ' άλογο τη βάνει.
Κι η κόρη αντιλοήθηκε κι η κόρη αντιλοϊέται:
-Άσε με, Τούρκε, απ' τα μαλλιά και πιάσε μ' απ' το χέρι.
Κι αν είναι θέλημα Θεού, θε να γενούμε ταίρι.

Κι έγιναν τελικά ταίρι κι απ' το γάμο τους γεννήθηκε ο Βασίλειος Διγενής Ακρίτας, ο ιδεώδης τύπος ήρωα, που η λαϊκή φαντασία τον ήθελε νεαρό σαν τον Αχιλλέα, κραταιό σαν τον Ηρακλή και ένδοξο σαν τον Αλέξανδρο και τον έστησε ως εθνικό ήρωα του μεσαιωνικού Ελληνισμού, ακαταμάχητο, υπερφυσικό, υπεράνθρωπο, γνήσιο εκπρόσωπο της αδάμαστης λεβεντιάς του πρώιμου ελληνικού κόσμου. Στα χνάρια του επάνω θα προχωρήσουν μεταγενέστερα, αδούλωτοι ψυχικά και με φρόνημα γιγαντωμένο, οι αρματολοί και κλέφτες.
Ανυποψίαστες οι γερόντισσες, αλλά και οι νεότερες ηλικίες σήμερα στα Γρεβενά τραγουδούν την Πασχαλιά τη ρωμιοπούλα που την κυνηγάει ο Σαρακηνός ή ο Τούρκος, χωρίς να γνωρίζουν ότι αυτή ήταν η Ειρήνη, η κόρη του βασιλιά Ανδρόνικου, που πιάστηκε αιχμάλωτη από τον αμιρά της Συρίας, απελευθερώθηκε από τ' αδέρφια της και στη συνέχεια ο αμιράς τη ζήτησε σε γάμο, αφού προηγουμένως βαφτίστηκε χριστιανός.
Δεν είναι υπερβολή να σας αναφέρω ότι οι κάτοικοι του Ζιάκα απέφευγαν χρόνια τώρα να τραγουδούν την Πασχαλιά το παρακάτω τραγούδι:

Το βράδυ βγαίνει ο Αυγερινός και το ταχιά η Πούλια.
Το μεσημέρι ο βασιλιάς βγήκε να κυνηγήσει
με τετρακόσιους άρχοντες και με τον Κωνσταντίνο
και με του ρήγα τον υγιό, τ' όμορφο παλικάρι...,

γιατί νόμιζαν ότι ο Κωνσταντίνος του πασχαλιάτικου τραγουδιού ήταν ο Κωνσταντίνος Γλύξμπουργκ, ο τέως βασιλιάς, ενώ το συγκεκριμένο τραγούδι είναι του ακριτικού κύκλου και αναφέρεται στο γιο του στρατηγού Δούκα.
Προφανώς κανένας απ' όσους σήμερα τραγουδούν το πασχαλιάτικο τραγούδι:

Τα τέσσερα, τα πέντε, τα εννιάδερφα,
τα δώδεκα ξαδέρφια τα κοντοήμερα,
τα 'ρθε φιρμάνι, τα 'ρθε από το βασιλιά
να πάν' να πολεμήσουν μέσα στη φραγκιά...

δε γνωρίζει ότι είναι του ακριτικού κύκλου και αναφέρεται στους γιους του Ανδρόνικου, που πήγαν για κυνήγι με εντολή του πατέρα τους να μη περάσουν απ' του Ελάτου το βουνό, γιατί εκεί θα τους ρουφούσε το στοιχειό.
Εκείνοι, που κυνηγούσαν όλη μέρα και δεν έβρισκαν κυνήγι, παράκουσαν την πατρική εντολή και τους ρούφηξε το στοιχειό.
Στη Γρεβενιώτικη παραλλαγή το τέλος έχει ως εξής:

Σαράντα μέρες κάνουν δίχως το νερό
κι άλλες σαράντα πέντε δίχως το ψωμί.
Και βρίσκ'ν ένα πηγάδι στοιχειοπήγαδο.
Λαχνίζουν, ξελαχνίζουν ποιος θα βγάλ' νερό.
Στον Κώστα πέφτει ο κλήρος, το μικρότερο.
-Για σέβα, μωρέ Κώστα, να μας βγάλ'ς νερό.
Απ' τη μέση και πάνω γέλια και χαρές.
Απ' τη μέση και κάτω κλάματα, φωνές.
-Τραβάτε, μωρ' αδέρφια, να με βγάλετε.
-Τραβούμε, αδερφούτσ'κε, δεν ταράζεσαι.
-Βάλτε και τ' άλογό μου να τραβήξ' κι αυτό.
Στα μάρμαρα πατούσε και χλιμίντριζε.
Και βγήκε ο Κωνσταντούλας μ' όλο το στοιχειό.

«Το θέμα του τραυματισμού σε ενέδρα ή της αιχμαλωσίας ακρίτα από τους εχθρούς Σαρακηνούς είναι συνηθισμένο στ' ακριτικά τραγούδια», όπως παρατήρησε ο Ν. Πολίτης. Πολλά θέματα του ακριτικού κύκλου μεταφέρθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, οπότε αντί των Σαρακηνών εχθρών αναφέρονται οι Τούρκοι και αντί των ακριτών οι αρματολοί και κλέφτες.
Η παρακάτω παραλογή είναι, επίσης, πασχαλιάτικο τραγούδι πολύ συνηθισμένο στα χωριά των Γρεβενών. Το πρωτοάκουσα, όπως και το προηγούμενο, απ' τη μακαρίτισσα τη μάνα μου, Μαγδαληνή Ρίγγου.

Στα μαρμαρένια αλώνια και στα κάγκελα
παίζουν παλικαράκια, παίζουν, ρίχνονται.
Και ρίχνουν τα σπαθάκια τον ανήφορο.
Κι ένα σπαθάκι πέφτει τον κατήφορο.
Ν' ουδέ σε πέτρα πέφτει ν' ουδέ σε κλαδί.
Μόν' βάρεσε το Γιάννη τον αρματολό.
Τούρκοι τον τριουρίζουν κι Αρωμαίοι τον κλαιν:
-Γιάννη μ', δεν έχεις μάνα, δεν έχεις κι αδερφή
ν' ουδέ καλή γυναίκα να 'ρθει να σε δει.
-Θαρρώ πως είχα μάνα, μάνα κι αδερφή.
Κι η δόλια μ' η γυναίκα να την που 'ρχεται,
με τα παιδιά στα χέρια κι άλλο στην κοιλιά
και δυο μαύρα λιθάρια τα στήθη δέρνοντας.
-Δε σου 'λεγα, βρε Γιάννη μ', μην πας στον πόλεμο.
-Σώπα, μωρή γυναίκα, γιατί μ' αντρόπιασες.

Λίγοι, ενδεχομένως, θα υποψιάζονται ότι το επίσης πασχαλιάτικο τραγούδι «Λεβέντης εροβόλησε» είναι του ακριτικού κύκλου και αναφέρεται στην πάλη του Διγενή Ακρίτα με το Χάρο:

Λεβέντης εροβόλησε από μια ψηλή ραχούλα.
Σέρνει το φέσι του στραβά και τον τσιαμπά κλωσμένο.
Σέρνει και το μαντίλι του τριγύρω στο λαιμό του.
Και με το νου του έλεγε και με το νου του λέγει:
-Εγώ κάναν δε σκιάζομαι και κάναν δε φοβάμαι,
ούτε το Χάρο ούτε το Θεό ούτε και κάναν άλλο.
Το λόγο δεν απόσωσε, το λόγο δεν ποσώνει.
Να και ο Χάρος αμπροστά στη μέση από το δρόμο.
-Καλημέρα σου, Χάρε μου. -Καλώς τον το λεβέντη.
-Εμένα ο Θεός με έστειλε να πάρω την ψυχή σου.
-Δίχως ασθένεια κι αρρωστιά το τι ψυχή γυρεύεις;
Για έλα να παλέψουμε σε μαρμαρένια αλώνια.
Κι αν με νικήσεις, Χάρε μου, θα πάρεις την ψυχή μου.
Κι αν σε νικήσω, Χάρε μου, θα πάρω το σπαθί σου.
Σαν πιάστηκαν στο πάλεμα τρεις μέρες και τρεις νύχτες,
παίρνει ο νιος γονάτιζε, παίρνει και γονατίζει.
Κι ο Χάρος από πάνω του με το σπαθί στα χέρια.
- Άφ'σε(ς) με, Χάρε μ', άφ'σε(ς) με, λίγα χρόνια να ζήσω.
Έχω παιδιά παραμικρά κι ορφάνια δεν τα πρέπει.
Έχω γυναίκα παρανιά και χήρα δεν την πρέπει.
Να περπατήσει σιγανά τη λεν πως καμαρώνει.
Να περπατήσει αγλήγορα τη λεν άντρα γυρεύει.

Οι παραλογές

Οι παραλογές είναι τραγούδια παραμυθιακού και αφηγηματικού χαρακτήρα, όπου κυριαρχεί ο μύθος, ο θρύλος και η τραγικότητα.
«Πρόκειται», κατά τον Στίλπωνα Κυριακίδη, «για μελοδραματικές απαγγελίες που συνοδεύονταν από μουσικό όργανο, τον κλεψίαμβο, και είχαν άμεση σχέση με την αρχαία τραγωδία. Οι νεοελληνικές παραλογές έχουν ως ιδιαίτερα γνωρίσματα το ότι το θέμα τους είναι μυθικό και μάλιστα τραγικό και το μέτρο τους δεκαπεντασύλλαβος ιαμβικός και μπορούν να συνδεθούν με τις ορχηστικές τραγωδίες των αυτοκρατορικών χρόνων, που φυσικά προήλθαν από την αρχαία τραγωδία. Έχουν μεγάλη ομοιότητα ως προς το ποιητικό τους ύφος με τα ακριτικά».
Χρονολογικά άλλες απ' αυτές είναι παλιότερες και άλλες νεότερες των ακριτικών τραγουδιών. «Τα τραγούδια αυτά, τις παραλογές δηλαδή,», κατά τον Κυριακίδη, «διακρίνει η αυτή προς τ' ακριτικά τραγούδια δύναμις φαντασίας εν ταις περιγραφαίς, η αυτή τόλμη εν τη εκφράσει, η αυτή γραφικότης της γλώσσης, η αυτή συντομία και δραματικότης εν τη διηγήσει. Αν δε δεν διαπνέει αυτά η αυτή ηρωική πνοή, η οποία ζωογονεί τα ακριτικά, αναπληροί ταύτην η αγνή πνοή του ελληνικού βίου, της ελληνικής ψυχής και της ελληνικής φύσεως, η οποία προσδίδει εις αυτά θέλγητρον ανυπέρβλητον».
Γενικά, είναι δύσκολος ο διαχωρισμός των παραλογών από τ' ακριτικά. Τα θέματα των παραλογών είναι ποικίλα και αναφέρονται σε διάφορες εκδηλώσεις της ελληνικής ζωής, στο μακρινό ή πρόσφατο παρελθόν. Μια αδρή κατάταξη των θεμάτων είναι η εξής: μυθολογικά θέματα διάφορα, στοιχειά, δράκοι, λάμιες, δοκιμασία αγάπης, ανόσιοι έρωτες, αποπλανήσεις, ραδιουργίες, απιστίες ανδρών, πιστές και άπιστες γυναίκες, δράματα τιμής, άτυχοι γάμοι, πεθερικά, αναγνώριση συζύγων και αδερφών, επεισόδια σχετικά με την εθνική ιστορία και ζωή, θαλασσινοί θρύλοι.
Σημαντικές παραλογές τραγουδιούνται σήμερα ακόμη στα διάφορα χωριά των Γρεβενών, άλλες ως πασχαλιάτικα, άλλες ως κυρατζήδικα και άλλες ως τραγούδια της τάβλας ή νουμπέτια. Αναφέρονται μερικές απ' αυτές: Ο Μήλιος ο πραματευτής (πασχαλιάτικο), Τρεις μέρες έκανα γαμπρός (κυρατζήδικο ή καλοκαιρινό), Μια μάνα, μια καλόμανα (της τάβλας), Χριστόδουλος αγάπησε (της τάβλας).

Τα κλέφτικα δημοτικά τραγούδια των Γρεβενών

Πανελλήνια τα κλέφτικα τραγούδια με ιστορικό περιεχόμενο είναι σε αριθμό τα πιο πολλά δημοτικά που σώζονται μέχρι σήμερα. Στα Γρεβενά για κάθε αρματολό και κλέφτη υπάρχει ένα ή περισσότερα τραγούδια.

Είναι δημιουργήματα των χρόνων της Τουρκοκρατίας και ιδιαίτερα της εποχής ύστερα από τον 16ο αιώνα, που αρχίζει να εκδηλώνεται έντονα η επαναστατική δράση των Ελλήνων αρματολών και κλεφτών.

Πατρίδα των κλέφτικων τραγουδιών είναι κυρίως οι περιοχές όπου αναπτύχθηκε η αρματολική και κλέφτικη δράση, δηλαδή η Στερεά Ελλάδα, η Ήπειρος, η Θεσσαλία, η Δυτική Μακεδονία και η Χαλκιδική.

Τα τραγούδια αυτά χαρακτηρίζονται από το ότι αναφέρονται στα συμβάντα με λίγα λόγια, με στίχους συχνά επιγραμματικούς, ενώ παράλληλα εκφράζουν με έντονο λυρισμό το πάθος και τα συναισθήματα που έχουν γεννηθεί στις καρδιές των ανθρώπων. Πολλές φορές στη σύνθεσή τους βρίσκονται στίχοι ή ολόκληρα αποσπάσματα δανεισμένα, κατά παράδοση, από τα ακριτικά τραγούδια. Σημειώνεται ότι στο σύνολό τους τα κλέφτικα έχουν τα δικά τους γνωρίσματα, που τα διαφοροποιούν από τα ακριτικά.

«Σε αντίθεση με τα ακριτικά», όπως παρατηρεί ο Σ. Κυριακίδης, «λείπουν από τα κλέφτικα οι βαριές μορφές των αυτοκρατόρων και στρατηγών του Βυζαντίου (των Ανδρονίκων, των Πορφυρίων και των Θεοφυλάκτων)».

Στα κλέφτικα δεν αναφέρονται ούτε κοντάρια ούτε χάλκινα πουκάμισα ούτε τετραπίθαμα σπαθιά και σιδερένια πόσια. Δεν αναφέρονται δηλαδή σιδηρόφρακτοι ιππότες με τα άλογά τους. Δεν υπάρχουν σ' αυτά αμιράδες και Σαρακηνοί κουρσάροι, αλλά Τούρκοι πασάδες και δερβεναγάδες. Δεν εξυμνούνται μεγαλοπρεπή αρχοντικά συμπόσια και στάβλοι με γρήγορα άλογα, αλλά λιτοδίαιτοι αρματολοί και κλέφτες με τα συνηθισμένα γιαταγάνια και καριοφίλια.

Το κλέφτικο τραγούδι, όπως και το ακριτικό, είναι η δυνατότερη έκφραση του ψυχικού κόσμου των ανθρώπων της εποχής του. Ο Ελληνισμός της μεταχριστιανικής εποχής, για μια ακόμη φορά, βρίσκει στο τραγούδι του το ισχυρότερο μέσο, για να εκφράσει τη βαθύτερη υπόστασή του ως συνόλου φυλετικού και εθνικού, όπως ακριβώς έγινε και ύστερα από τον 9ο αιώνα με το ακριτικό τραγούδι.

Το κλέφτικο τραγούδι δεν εξυμνεί απλώς το ηρωικό άτομο με την ξεχωριστή αξία και δράση, αλλά δίνει την καθολική έκφραση του ανθρώπου της εποχής εκείνης με τις αγωνίες και τις λαχτάρες που τον συγκλονίζουν, τον πόθο της ζωής και της χαράς, το πικρό παράπονο για την αδικία και τον κατατρεγμό, την αφοσίωση στην οικογένεια, την εξοικείωση με τη φύση, τη φρίκη του θανάτου, αλλά και τη μετέπειτα ζωή.

Ο σημαντικότερος μελετητής του κλέφτικου τραγουδιού Γιάννης Αποστολάκης στο βιβλίο του «Το κλέφτικο τραγούδι» γράφει: «...στην τελειότερη μορφή του το κλέφτικο τραγούδι δεν είναι, μια φορά, η διήγηση του περιστασιακού ούτε το τραγικό τέλος του κλέφτη ούτε τα έργα του, όσο ξακουστά κι αν είναι, ούτε, βέβαια, τα αισθήματά του για τη φύση και τον κόσμο. Δεν είναι αυτά η ουσία του κλέφτικου τραγουδιού. Δεν είναι διήγηση παράδοξων αισθημάτων ούτε περιγραφή και θεωρία της φύσης. Το κλέφτικο τραγούδι εξωτερικά μόνο μοιάζει να είναι η έκφραση του θαυμασμού για το εξαιρετικό άτομο, ο ύμνος του, στην ουσία του, όμως, είναι το πρώτο αδρό σχεδίασμα της καινούριας μορφής του Έλληνα.
Αίσθημα, λοιπόν, θεωρία, δράση, μπορεί να μη λείπουν και δε λείπουν, όμως όλα αυτά βρίσκονται στο τραγούδι, επειδή ο δημοτικός ποιητής τα νομίζει απαραίτητα, για να φτάσει στον πόθο του, που είναι η σύλληψη του ανθρώπου. Η μεγάλη αξία και πρωτοτυπία του κλέφτικου τραγουδιού βρίσκεται στον καινούριο πόθο που γεμίζει την ψυχή του δημοτικού ποιητή, στον πόθο για το σύνολο και όχι για το μέρος, στον πόθο για τον άνθρωπο και όχι για το μερικό φανέρωμά του, είτε σε λόγο είτε σε έργο, όσο εξαιρετικό κι αν είναι αυτό. Γι' αυτό το κλέφτικο τραγούδι είναι το καλύτερο μέσο αναφοράς στον κλεφταρματολισμό. Το ύφος του είναι ηρωικό και βαθιά επηρεασμένο από ρομαντικά στοιχεία. Προβάλλει την ηρωική άμυνα του Ελληνικού Έθνους απέναντι στον εχθρό, εκθειάζει κατορθώματα, κοιτάει σ' ένα μέλλον που θα είναι καλύτερο από το παρόν, υμνεί τους ήρωες που πεθαίνουν χαρίζοντάς τους την ποιητική αθανασία, δικαιώνει ομαδικούς και ατομικούς αγώνες, εξυμνεί την αγάπη, τον έρωτα και τον ηρωισμό, δικαιώνει την ανδρεία, τη μεγαλοσύνη των πράξεων και του ήθους. Ό,τι μπαίνει στον κύκλο του δημοτικού τραγουδιού γίνεται πιο ανθρώπινο, πιο γνήσιο και συνάμα τραγικό. Πέφτουν από πάνω του όλα τα περιττά στολίδια και αυτό που απομένει είναι υποχρεωμένο να ανασαίνει στην περιοχή του αυθεντικού, του γνήσιου, του ανεπιτήδευτου.

Όντας, λοιπόν, η ουσία του κλέφτικου δημοτικού τραγουδιού το πρώτο αδρό σχεδίασμα της καινούριας μορφής του Έλληνα, πρέπει να εξετάσουμε ποιοι ενέπνευσαν το λαό, τον ανώνυμο ποιητή, να κάνει με τα τραγούδια του αυτό το αδρό σχεδίασμα».

Οι κλέφτες, λοιπόν, ήταν αυτοί που πρωτοβγήκαν στα βουνά, που αψήφησαν τον πανίσχυρο δυνάστη, αυτοί που το έλεγε η ψυχή τους, αυτοί που δεν έμπαιναν σε τάξη και υπακοή, οι ελεύθεροι και ωραίοι. Αυτοί που δεν άντεχαν το δυνάστη ούτε το λουρί του γύρω απ' το λαιμό τους, αυτοί που, για να μη γίνουν σκλάβοι, άφησαν τα χωριά τους και αποτραβήχτηκαν στα ορεινά λημεριάζοντας εκεί που φώλιαζαν οι λύκοι και τα θεριά. Αυτοί για τους οποίους γράφτηκε το «καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή...». Αυτοί που διατήρησαν άσβεστη τη φλόγα της αγάπης για την ελευθερία, την ελεύθερη σκέψη και ζωή. Αυτοί για τους οποίους ο Κασομούλης λέει ότι «μη υπομένοντες τας αδικίας των Τούρκων αξιωματούχων, τα βαριά δοσίματα και τους τυραννικούς προεστούς, πάντοτες εφοβέριζαν με το "σηκώνομαι κλέφτης"», ενώ ο Παπαρρηγόπουλος τονίζει ότι «οι κλέφτες παρήχθησαν εξ αυτής της πρώτης ημέρας της κατακτήσεως υπό των Τούρκων». Είναι αυτοί για τους οποίους ο ανώνυμος συγγραφέας της Ελληνικής Νομαρχίας λέει ότι «η ανδρεία τους είναι αδιήγητος και η αγάπη για την πατρίδα απερίγραπτος». Είναι οι ίδιοι για τους οποίους ο γραμματικός του Καραϊσκάκη, Γεώργιος Γαζής, γράφει ότι «όχι μόνο ανδραγαθίας έδειξαν, άλλα σημεία και τέρατα..., ετίμησαν τα ελληνικά όπλα και τους αρχηγούς των, έδωσαν ίσως και την ψυχήν των φονευθέντες υπέρ πίστεως και πατρίδος», ενώ ο Ι. Φιλήμων αναρωτιέται: «ανατρέχοντες εις το παρελθόν, δεν θέλομεν ίδει εν ενεργεία την επανάστασιν;» και απαντάει ο ίδιος «την θεωρούμεν αφ' ης εποχής οι κλέπται επολέμουν την τυραννίαν εις τα όρη... Το όνομα "κλέπται" δεν εδόθη εις τούτους δια το πραγματικόν μέρος της διαγωγής των». Τέλος, είναι αυτοί οι ίδιοι τους οποίους ο Μακρυγιάννης, ευαίσθητος δέκτης και δείκτης της εποχής του, έβλεπε ως «τη μαγιά της λευτεριάς, όπου την βάσταξαν ξυπόλυτοι και γυμνοί τόσους αιώνες εις τα βουνά και τις ερημιές να μη χαθεί και σκότωναν οι τύραννοι και τουρκοκοτσαμπασήδες έναν από δαύτους και γένονταν δέκα. Και είχαν όλοι αυτοίνοι συντρόφους τα άγρια θηρία και φίδια όπου συγκατοικούσανε μαζί, με προστάτη μόνον τον Θεόν».

«Έτσι εμφανίστηκε», κατά το Σπυρίδωνα Τρικούπη, «η μορφή του κλέφτη, μορφή ηρωική και γενναία, η οποία δε δίστασε να υψώσει το ανάστημα της κατά του πανίσχυρου δυνάστη. Στη φαντασία των δύστυχων ραγιάδων ο κλέφτης παρουσιάζεται και φαντάζει αήττητος, ακατάβλητος, ιπποτικός, αλλά και σκληρός τιμωρός των αυθαδειών και αυθαιρεσιών των τούρκων αφεντάδων. Αρνούνταν οι κλέφτες κάθε συμβίωση μετά των κατακτητών, πλανώμενοι μέρα και νύχτα σε άγριους τόπους... Αυτοί αποτελούν άγκυραν ελπίδας προς την μέλλουσαν πολιτικήν αναγγέννησιν». Εμείς συμπληρώνουμε σήμερα ότι αυτοί αποτέλεσαν τον απελευθερωτικό στρατό του Έθνους μας.
Αυτούς, λοιπόν, ύμνησε με τα τραγούδια του ο ανώνυμος ποιητής, ο λαός. Σ' αυτούς εναπόθεσε τις ελπίδες του για τη λευτεριά. Πόσους τέτοιους είχαμε, άραγε, στα Γρεβενά; Πολλούς! Ενδεχομένως, αμέτρητους. Μερικούς έγραψε η Ιστορία, μερικούς υμνούν τα τραγούδια, ενώ οι πολλοί έμειναν άγνωστοι στρατιώτες, ήρωες, όμως, κι αυτοί.
Αυτοί όλοι συνέχισαν τον κλεφτοπόλεμο που ολοένα φούντωνε και γιγάντωνε. Οι δυσκολίες στην επικοινωνία της απέραντης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μέρα με τη μέρα αύξαιναν. Τίποτα δεν κινούνταν με άνεση ούτε το εμπόριο ούτε ο τακτικός οθωμανικός στρατός ούτε οι εφοδιοπομπές. Τα πάντα στην ύπαιθρο, στα περάσματα, στα δερβένια ελέγχονταν από τους κλέφτες. Ήταν αδύνατο πια να τους δαμάσουν.

Για τους Τούρκους, λοιπόν, δεν υπήρχε άλλος τρόπος από το να συμβιβαστούν, να συνθηκολογήσουν με τους κλέφτες. Πράγματι, έβαλαν σε ενέργεια ένα σχέδιο που στόχευε να φέρει τους κλέφτες σε διαμάχη αναμεταξύ τους. Επινόησαν το θεσμό των αρματολών, παραχώρησαν, δηλαδή, μέρος της εξουσίας τους στους κλέφτες, με τον όρο να αναλάβουν τη φύλαξη των δερβενιών στην αρχή και στη συνέχεια τη φύλαξη όλων των ορεινών περιοχών. Να μην επιτρέπουν, επομένως, τη δράση των διάφορων ληστοσυμμοριών κάθε εθνικότητας, αλλά και τη δράση των κλεφτών. Έτσι, έλπιζαν ότι θα έχουν διπλό όφελος: και τους υπηκόους τους θα προφύλαγαν και τους κλέφτες θα περιόριζαν. Γελάστηκαν, όμως, γιατί «έκαναν λογαριασμό χωρίς τον ξενοδόχο». Οι κλέφτες με τους αρματολούς τα πήγαιναν μια χαρά. Ήταν το ίδιο φύραμα, ήταν η ίδια φύτρα, ήταν η αμφίδρομη αντίδραση που η μία πλευρά τροφοδοτούσε την άλλη, ανάλογα με τις περιστάσεις. Ο κλέφτης γινόταν αρματολός και, όταν η τουρκική διοίκηση τον δυσαρεστούσε, ξαναγινόταν κλέφτης και αντίστροφα. Έτσι, οι κλέφτες γίνονταν ουσιαστικά αφέντες του τόπου τους, φύλακες και φρουροί των συμφερόντων των ραγιάδων.

Ο Σουλεϊμάν ο Β' ο Μεγαλοπρεπής το 1557 δημιούργησε τα τρία αρματολίκια των Γρεβενών, δηλαδή ένα των Χασίων και δύο της Πίνδου (Μηλιάς, Δοτσικού-Σαμαρίνας).

Στη διάρκεια του 18ου αιώνα έγινε μια προσπάθεια να αφαιρεθούν τα αρματολίκια από τους Έλληνες και να δοθούν στους Αρβανίτες. Οι Έλληνες φυσικά αντιστάθηκαν και διεκδίκησαν τα προνόμιά τους με τα όπλα. Αυτή η διαμάχη και η αντιπαράθεση ολοένα δυνάμωνε την εθνική συνείδηση και τη συνειδητοποίηση ότι μόνο η αποδίωξη του δυνάστη είναι η τελική λύση.

Ο λαός τραγούδησε αυτήν τη διαμάχη στο όνομα του Γιώτη, του κλεφταρματολού Παναγιώτη Μπουκουβάλα με το τραγούδι: «Τι συλλογιάζεις, Γιώτη μου, τι βάνεις με το νου σου;».

Η λαϊκή μουσική παράδοση, όπως και η παράδοση γενικότερα, πρέπει να ζει, να διατηρείται και να διαδίδεται όχι ως ένας ρωμαλέος πατριωτισμός με εθνικιστική διάσταση, οπότε θα είναι καταστροφικός, αλλά ως μια γόνιμη αυτογνωσία της εθνικής μας ταυτότητας, των ριζών μας και της ιστορίας των προγόνων μας, πάνω στην οποία θα στηρίζουμε την πρόοδο και τον εκσυγχρονισμό. Ας μη χρησιμοποιηθεί η παράδοση ως δεκανίκι και άλλοθί μας, αλλά ως αφετηρία και βάση για ό,τι πιο προοδευτικό και σύγχρονο μπορεί να υπάρξει.

Ήταν λάθος που συνδέθηκε η παράδοση και ο παραδοσιακός μας πολιτισμός με την οπισθοδρόμηση, την καθυστέρηση. Ήταν λάθος που θεωρήθηκε η παράδοσή μας ξεπερασμένη και άχρηστη και, επίσης, μεγάλο λάθος που η επαρχιώτικη καταγωγή μας προκάλεσε συστολή, ανασφάλεια και πολλές φορές ντροπή. Μόνο περηφάνια, τιμή και ευχαρίστηση πρέπει να νιώθει ο καθένας μας για την επαρχιώτικη καταγωγή του.

Συνδεθείτε για να υποβάλετε σχόλια

ΑΝΑΖΗΤΗΖΗ

Αρχή