Τα Λαογραφικά του Σπηλαίου Γρεβενών: Τα ηρωικά τραγούδια του Σπηλαίου

Θα ήταν βασική παράλειψη, αν, στα όσα ειπώθηκαν για τα έθιμα και τα τραγούδια του Σπηλαίου, δεν είχαν προστεθεί και τα ηρωικά τραγούδια της περιοχής, που βγήκαν απ' το λαό, για να τιμήσουν τους ήρωες προγόνους μας. Αυτούς και τις οικογένειες τους, που επί δύο αιώνες και πλέον, αγωνίστηκαν για τον τόπο. Αρχικά (1730-1854): ο Ζήδρος, ο Ντεληδήμος, οι Ζιακαίοι, ο Τότσκας, ο Ντελήπαπας ή παπα-Γιώργης και στη συνέχεια (1854-1908): όλοι οι άλλοι ισάξιοι τους, Μπρούφας, Χατζημπύρος, Λούκας, και Διαμάντης Κόκκινος, ο Σπηλιώτης μακεδονομάχος, που οι μουσικοί της περιοχής (Ζήκος, Βαγγελάκος) και ο λαός ολόκληρος τον τραγούδησαν και θα τον τραγουδούν αιώνια.

Τα τραγούδια τους είναι κατά σειρά τα παρακάτω:

Ο Πάνος Ζήδρος, γενάρχης του αρματολισμού στα Γρεβενά, ήταν σύγχρονος του Χρήστου Μηλιώνη. Έδρασε ανάμεσα στο 1630 και 1750. Έζησε περίπου 120 χρόνια. Πέρα απ' τις αρχηγικές του ικανότητες, φημίζονταν και για τη φρονιμάδα του, γι' αυτό ήταν έξαρχος σ' όλα τα μοναστήρια της επικράτειάς του. Είχε δυο γιους, το Φώτη και το Δημήτρη, που μάλλον είχε υιοθετήσει και είναι ο μετέπειτα φοβερός αρματολός και κλέφτης Ντεληδήμος.
Τα τραγούδια τους είναι κατά σειρά τα παρακάτω:

Ο Ζήδρος κάνει τη χαρά, χαρά στον ανεψιό του
κι ακάλεσε την κλεφτουριά και τους καπεταναίους.
Το Λάππα δεν ακάλεσε, το δόλιο ψυχογιό του.
Όλοι πηγαίνουν κέρασμα κριάρια σουβλισμένα,
κι ο Λάππας πάει ακάλεστος μ' ελάφι στολισμένο.
Απ' το φλουρί δεν φαίνεται κι απ' το μαργαριτάρι
Κάνας κι δεν το λόιασε, κάνας κι δεν τον είδε.
Η Ζήδραινα τον λόιασε από το παραθύρι.
- Για σήκω, σήκω, Ζήδρο μου, να ιδείς το Λάππα που 'ρθε.
-Καλημέρα σου Ζήδρο μου. - Καλώς το Λάππα που 'ρθε.
- Ζήδρο μ', πού παν οι ακάλεστοι, πού παν οι τους καλεσμένοι;
- Στην κόχη παν οι ακάλεστοι, στον πάτο οι καλεσμένοι.

Ένα άλλο τραγούδι του Ζήδρου μιλάει για τη φρονιμάδα του και την τεράστια αποδοχή του:

Ένα πουλάκι κάθισε στου Ζήδρου το κεφάλι.
Δεν κελαηδούσε σαν πουλί, σαν όλα τα πουλάκια.
Μόν' κελαηδούσε κι έλεγε ανθρώπινη κουβέντα:
-Ζήδρο μου, εσύ ήσουν φρόνιμος, ήσουν και παλικάρι
εις την κλεφτιά, ν' αρματολιά, σε όλα τα πρωτάτα.
Ήσουν και πρωτοέξαρχος σ' όλα τα μοναστήρια.
Τόσα βουνά περπάτησες κι όλα βοτάνια είχαν,
να τα 'ξερες, να τα 'τρωγες, ποτέ να μην πεθάνεις.
- Τι λες, πουλί, κακό πουλί, γιατί με καταριέσαι;
Σαράντα χρόνια έζησα αρματολός και κλέφτης.
Το χάρο δε φοβήθηκα, το χάρο δε φοβάμαι
κι άλλα σαράντα να 'ζουνα, πάλι θε ν' αποθάνω.
Δεν κλαίω πως θε να χαθώ και πως θε ν' αποθάνω.
Το Φώτη μου κλαίω το μικρό, που από κλεφτιά δεν ξέρει.
Οι γέροντες θέλουν φίλεμα κι οι αγάδες θέλουν άσπρα
και τα πρωτοπαλίκαρα λουφές να τ' αρτηρήσει.
Παρακαλώ, σας συντροφιά κι όλα τα παλικάρια,
να μου γνοιαστούν το σπίτι μου, τη δόλια μου γυναίκα,
να μου γνοιαστούν και το παιδί και το μικρό Δημήτρη,
πού 'ναι μικρό κι ανήλικο κι από κλεφτιά δεν ξέρει.

Φαίνεται ότι ο γερο-Ζήδρος είχε φυσικό τέκνο το Φώτη. Όμως, είχε υιοθετημένο ψυχογιό και το Δημήτρη, το μετέπειτα αρματολό και κλέφτη Ντεληδήμο.
Στο παρακάτω τραγούδι ο γερο-Ζήδρος λέει:

Παρακαλώ σε, Λάζο μου και καπετάν Δημήτρη,
καλά να μου τηρήσετε το Φώτο, το παιδί μου,
τι είναι μικρός...

Άλλη παραλλαγή του τραγουδιού λέει:

Ο Ζήδρος κάνει τη χαρά, παντρεύει το υγιό του.
Κι όλο τον κόσμο ακάλεσε και τα καπετανάτα.
Το Λάππα δεν ακάλεσε, γιατ' είναι αμαχομένοι.

Ο Γιαννούλας Ζιάκας, γιος του γερο-Ζιάκα και μεγαλύτερος αδερφός του Θεόδωρου Ζιάκα, ήταν ο φόβος και ο τρόμος των Τουρκαλβανών. Είχε λάβει σημαντική μόρφωση και αντικατέστησε τον πατέρα του στο αρματολίκι των Γρεβενών. Δολοφονήθηκε σε ενέδρα στο Μαυρονόρος με προδοσία. Ως προδότες αναφέρονται οι αδερφοί Μακρή, τους οποίους στη συνέχεια εκδικήθηκε ο Θεόδωρος Ζιάκας σκοτώνοντάς τους.

Πουλί, που πας στα Γρεβενά, στο βλογημένο τόπο,
χαιρέτα μου την κλεφτουριά, τον καπετάν Γιαννούλα,
και πες του προσκυνήματα πολλά από τα μένα,
να 'χει τα μάτια τ' ανοιχτά σ' όλο το σύνορό του.
Δεν είν' ο περσινός καιρός, που 'ταν ο Μουσελίμης
κι ήταν ο Μαϊραχτάρ-αγάς απάνω στα ντερβένια.
Φέτος ήρθ' ένα πασόπουλο, ένα βεζιροπαίδι,
κι είναι ο Σιλιντάρ-αγάς σ' όλα τα ντερβένια.
Κράζει τους κλεφταρματολούς στα Γιάννενα να πάνε.
Γυρεύει τα Τσαπόπουλα αυτό το χρυσό ζευγάρι.
Τα μαύρα τα Ζιακόπουλα στέκουν συλλογισμένα,
γιατί φοβούνται την απιστιά, σκιάζονται τη ζωή τους.

Ο Θεόδωρος Ζιάκας ήταν ο θρυλικός κλεφταρματολός, αδερφός του Γιαννούλα, μετά τη δολοφονία του οποίου κράτησε το αρματολίκι των Γρεβενών και είχε πολύ έντονη παρουσία με αποκορύφωμα τη μάχη του Σπηλαίου το 1854. Πέθανε σε βαθιά γεράματα στη Λαμία.
Το παρακάτω τραγούδι αναφέρεται στην κατάληψη των Γρεβενών απ' το Θεόδωρο Ζιάκα το 1831 μετά τη δολοφονία του αδελφού του Γιαννούλα Ζιάκα. Τραγουδιέται ακόμα στην περιοχή απ' τους κατοίκους. Οι γυναίκες του Σιταρά το τραγουδούσαν σε τσάμικο σκοπό:

Οι κλέφτες απ' τα ψηλά βουνά
παν να πατήσν τα Γρεβενά,
την έρημη Μητρόπολη.
Στον παπα-Γιώργη πήγαιναν.
- Άνοιξέ μας, βρε παπαδιά.
- Δεν σας ανοίγω, βρε παιδιά.
Είν' ο παπάς στην εκκλησιά.
- Δεν σας ανοίγω, βρε παιδιά,
γιατί είστε τα κλεφτόπουλα.
- Για μάστε ξύλα, βρε παιδιά,
να κάψουμε την παπαδιά
του ντελή παπά.

Το παρακάτω τραγούδι αναφέρεται στο πώς ο Θεόδωρος Ζιάκας τιμώρησε τους Μακραίους, τους δολοφόνους του αδελφού του Γιαννούλα:

Στην Κρανιά μες στο Μπουγάζι
βγήκαν οι Σκυλομακραίοι.
Πάτησαν πολλά καρβάνια,
πήραν άσπρα, πήραν γρόσια.
Πήραν και μια βλαχοπούλα,
που 'ταν άσπρη σαν το χιόνι,
νόστιμη σαν το πεπόνι
κι όμορφη σαν το τρυγόνι.
Κει που μοίραζαν τα γρόσια,
να κι ο Θόδωρος ο Ζιάκας.
Μπαταριά τους ρίχνει απάνω,
δεκαπέντε λαβωμένοι,
δεκαπέντε λαβωμένοι
κι οι Μακραίοι σκοτωμένοι.

Το παρακάτω τραγούδι αναφέρεται και πάλι στην εκδίκηση του Θεόδωρου Ζιάκα για τη δολοφονία του αδελφού του Γιαννούλα:

Το λεν οι Καραμπέρισσες, το λεν κι οι Ζαγορίσιες,
το λεν κι οι Νεγαδιώτισσες, το λεν σαν μοιρολόγι.
Το λεν και τα Ζιακόπουλα από τη Βάλια Κάλντα.
Το λεν για τη Μπαλάναινα και την κυρα-Χρυσούλα
και για την κυρα-Αγγελική, της Γκούμαινας τη νύφη,
που τις επήραν αμπροστά και σκλάβες τις πηγαίνουν
με δώδεκα συντρόφισσες και με σαράντα δούλες.
- Περπάτα, κυρα-Αγγελική, μην απομένεις πίσω.
Μήνα τα ρούχα σε βαρούν, μήνα και τα τουμάνια;
- Μήτε τα ρούχα με βαρούν μήτε και τα τουμάνια.
Μόν' τα προλίθια με βαρούν, τα γόνατα με σφάζουν,
τη μαύρη την ξεπολυσιά δεν έχω μαθημένη.
Τις πήραν και τις πήγανε ψηλά στη Βάλια Κάλντα.
Πιάνουν οι κλέφτες το χορό, βάνουν και τις γυναίκες.
- Ρίξου, κυρα-Μπαλάναινα, για να ριχτούν κι οι άλλες.
- Κύριε μ' από τους ουρανούς, δε σκύφτεις να κοιτάξεις
το τι κακό επάθαμε και τι κακό μας μέλλει;
Τις πήραν και τις ξέταζαν όλες με την αράδα,
ποια έχει άντραν άξιο, για να τις ξαγοράσει.
Η Αγγελική της Γκούμαινας, η νύφη της Χρυσούλας,
έκλαιγε για τη μοίρα της και για τη συμφορά της,
γιατ' ήξερε που ο άντρας της εις τη Βλαχιά εζουρλάθη.

Το παρακάτω τραγούδι αναφέρεται στη μάχη που έδωσε στο Σπήλιο το 1833 ο Θεόδωρος ο Ζιάκας εναντίον του Μεχμέτ-αγά, Σιλιχτάρ-αγά των Γρεβενών, το δολοφόνο του αδελφού του:

Τι έχουν του Σπήλιου τα βουνά και στέκουν ρογκωμένα;
Μην απ' τα χιόνια τα πολλά, μην από το χειμώνα;
Ούτ' απ' τα χιόνια τα πολλά ούτε απ' το χειμώνα.
Ο Θόδωρος Ζιάκας κλείστηκεν απ' του Μεχμέτ τ' ασκέρι.
Ο Κώστας Βλάχος φώναζε το Μεντερλή και λέγει:
- Τι καρτερούμε, βρε παιδιά, κλεισμένοι από τους Τούρκους;
Εμπρός τραβάτε τα σπαθιά, βγάλτε τα γιαταγάνια
κι ελάτε να τους στρώσουμε μπροστά σαν παλιογίδια.
Ανάμεσα στον πόλεμο και στ' άγριο τουφεκίδι
έπεσε μια ψιλή βροχή κι ένα χοντρό χαλάζι.
Κι έκαναν και τραβήχτηκαν το ένα και τ' άλλο ασκέρι.
Εσείς βουνά του Γρεβενού και πεύκα του Μετσόβου,
λίγο για χαμηλώσετε για δύο ντουφέκια τόπο,
για να φανεί απ' το Ζυγό το παινεμένο Σπήλιο,
να ιδούμε το Ζιακόπουλο πώς πολεμάει του Τούρκους.
- Βάστα, καημένε Θόδωρε, βαστάξου στο ντουφέκι.
Mη σε φοβίζουν τίποτις του Αβδή-πασά τα τόπια;
- Πώς να βαστάξω, βρε παιδιά, και πώς να πολεμήσω;
Μπαρούτι δεν έχουμε σπυρί, δεν μου 'μεινε ένα βόλι
και χίλια γυναικόπαιδα κρεμιούνται απ' το λαιμό μου.
- Άστε, παιδιά μ', να φύγουμε, κάτω στη Καλαμπάκα,
να βρούμε τους συντρόφους μας κι αυτόν το Χατζηπέτρο.
- Ζιάκα μου, πώς και το 'παθες; Ζιάκα μου, πώς εστάθης;
Πώς άφησες τις εκκλησιές κι αυτό το μοναστήρι;
- Κάλλιο ν' αφήσω τς εκκλησιές κι αυτό το μοναστήρι,
παρά ν' αφήσω στη σκλαβιά χίλια γυναικοπαίδια.
Εκεί το λεν Αρβανιτιά, το λένε Αρβανίτες,
που, για να κάνουν πλιάτσικο και για να πάρουν σκλάβους,
δεν συλλογιούνται σκοτωμό, ζωή δεν συλλογιούνται.

Άλλες παραλλαγές:

Εσείς βουνά των Γρεβενών και πεύκα του Μετσόβου,
λίγο για χαμηλώσετε για δυο ντουφέκια τόπο,
για να φανούν, Ζιάκα μ', τα Γρεβενά κι αυτό το Μέγα Σπήλιο.
Πώς πολεμάει ο Ζιάκας με την Τουρκιά με του Νιζάμ τ' ασκέρι.
Πέφτουν τα βόλια σαν βροχή γκιουλέδες σαν χαλάζι.
Κι αυτά τα λιανοντούφεκα σαν σιγανή βροχούλα.
Πάψε, Ζιάκα μ', το πόλεμο, πάψε το ντουφεκίδι.
Να κατακάτσει ο κουρνιαχτός, να σηκωθεί η αντάρα.
Να βρουν οι μάνες τα παιδιά κι οι πεθερές τις νύφες.
- Εσείς πουλιά πετούμενα, αυτού ψηλά που πάτε,
μην είδατε το Θόδωρο, το Θόδωρο το Ζιάκα;
- Εμείς εψές τον είδαμε μες στ' άσπρο το γεφύρι.
Παλικαράκια ο Ζιάκας μάζευε όλα των εικοσιένα.
Τριών μερών περπάτημα το κάνει σε μια νύχτα.
Στα Γρεβενά ξημέρωνε, στον όμορφο τον τόπο.
Ήταν ημέρα του Βαγιού, ημέρα του Λαζάρου.

Ο Γιώργος Τότσκας ήταν αρματολός και κλέφτης από την Τίστα Γρεβενών, το σημερινό Ζιάκα. Έδρασε ανάμεσα στο 1740 και 1800. Αναφέρεται ότι σκοτώθηκε στο Κηπουρειό Γρεβενών. Πολλά τραγούδια υμνούν τη δράση του.

Εψές-προψές εδιάβαιν' από κλέφτικα λημέρια,
κι άκουσα πώς ορμήνευε ο Τότσκας τα παλικάρια.
-Παιδιά μ', αν θέλτε λεβεντιά κι ελεύθερα να ζείτε,
βάλτε τσιολίκι στην καρδιά και σίδερο στα πόδια.
Κρασί ποτέ μην πίνετε, ύπνο μην αγαπάτε.
Ο ύπνος είναι θάνατος και το κρασί είναι πλάνος.
Γυρίζ' ο Νάκας ο τρανός και λέει στον καπετάνιο.
-Μπεζέρισαν, βαρέθηκαν, Τότσκα μ', τα παλικάρια
της νύχτας το περπάτημα, τσ' αυγής το καραούλι.
Θέλουν να προσκυνήσουνε σ' αυτόν τον Ντυβιτάρη,
που 'ναι βαλής στα Γρεβενά, ντερβέναγας στα Χάσια.
- Παιδιά μ', κι αν θέλτε κόψιμο και θέλτε να χαθείτε,
ελάτε να σας κόψω εγώ και να σας παραχώσω,
να δώσω και μνημόσυνα σε όλους τους παπάδες.
Ν' ακούσουν χώρες και χωριά, χωριά και βιλαέτια,
να πουν ο Τότσκας λύσσαξε κι τρώει τα παλικάρια.
Το λόγο δεν απόσωσε κι όσο η μιλιά βαστούσε,
το καραούλι φώναξε, το καραούλι κράζει.
- Πολλή Τουρκιά μας έρχεται, μπέηδες κι αγάδες.
- Αφήστε τους κι ας έρχονται, εμείς τους καρτερούμε.
Πιάστε, παιδιά μ', το στένωμα, βάλτε τους στη μέση
κι απέ γιουρούσι κάνετε, σφάξτε τους αγάδες,
να ιδούν του Τότσκα το σπαθί, του Νάκα το ντουφέκι.
Βόηθ', Αϊ-Λια του Μπουρμπουτσκού κι από τη Σαμαρίνα,
τους Τούρκους να χαλάσουμε, που σφάζουν τα παιδιά μας.
Μέσα στο χαλασμό, στην ταραχή και την απελπισία
το πρωτοπαλίκαρο του Τότσκα, ο Νάκας, φωνάζει:
- Βοήθα, Αϊ-Λια απ' το Βιτσκό κι από τη Σαμαρίνα.
Βοήθα, Κυρά και Παναγιά από το Μέγα Σπήλιο.
Θα φτιάξω στις εικόνες σας καντήλες ασημένιες.

Μια άλλη στιγμή απ' τη ζωή του Τότσκα περιγράφει το παρακάτω τραγούδι:

Μες στου Γιαννούλη το μπαχτσέ μπαίνουν γιανιτσαραίοι.
Είναι κι ο Τότσκας, το σκυλί, με δυο με τρεις χιλιάδες.
Έχουν αρνιά και ψένουνε, κριάρια σουβλισμένα.
Έχουνε και γλυκό κρασί στην πγάδα να κρυώνει.
Έχουν κι ένα τουρκόπουλο, που τους κερνάει και πίνουν.
Γενίτσαρος ξεκίνησε 'πού μέσ' τη Σαλονίκη.
Στα Γρεβενά ξεπέζεψε μες τον παλιό Αχίλλη.
Τους γεροντάδες φώναζε και τους κοτζαμπασήδες.
Διαταγή τους έδωσε απ' το σουλτάν Μαχμούτη.
Να παραδώσουν τα παιδιά εφτά χρονών και κάτω,
γενίτσαροι να γίνουνε, ασκέρι του σουλτάνου.
Τον Τότσκα βαροφάνηκε και το φιρμάνι σχίζει
και τα παιδιά ξεσήκωσε, αρματολοί γενήκαν.
Με γέλασε η χαραή, με πλάνεψε η Πούλια
και βγήκα νύχτα στα βουνά, ψηλά στα κορφοβούνια.
Κι άκουσα γέλια και χαρές και νόστιμες κουβέντες.
Ακούω τον Τότσκα πόλεγε, τον Τότσκα ν' απολέγει:
- Παιδιά μ', φλαχτείτε δυνατά τούτο το καλοκαίρι,
όσο να διάβει η κλεφτουριά, να ισκιώσουν τα λημέρια.

Σύγχρονος αρματολός του Τότσκα στην Πίνδο είναι ο Γιάννης Πρίφτης ή Γιάννης του παπά από τη Σαμαρίνα. Έδρασε στα 1750 - 1800. Πολέμησε τους Τουρκαλβανούς του Κουρτ-πασά. Φύλαγε τα ντερβένια της Σαμαρίνας. Ήταν ο φόβος και ο τρόμος των Τουρκαλβανών. Οι Αρβανίτισσες, όταν ήθελαν να φοβερίσουν τα παιδιά τους, έλεγαν: «Ήρθε ο Γιάννης Πρίφτης που κόβει το κεφάλι». Στα αρβανίτικα: «Έρδε Γιάννη Πρίφτη πρες τε κόκα».
Το παρακάτω τραγούδι αναφέρεται στο Γιάννη Πρίφτη:

- Κοίτα μπαϊράκια που 'ρχονται απ' του Ρωμιού τη ράχη.
Κι ο Γιάννης χαμογέλασε, κουνάει το κεφάλι.
Παίρνει και ζώνει το σπαθί κι αδράζει το ντουφέκι.
Κι η μάνα του από κοντά μόν' σκούζει και βελάζει:
- Πού πας, βρε Γιάννη μ', μοναχός, δίχως πολλούς κοντά σου;
- Και τι τους θέλω τους πολλούς; Φτάνω και μοναχός μου.
Σαν πήγε και τους έφτασε μες στου Χασάν Κουπάτση,
ψιλή φωνίτσα έβγαλε, βαριά τους φοβερίζει:
- Πού πάτε, βρε αρβανιτιά και σεις βρε Κολωνιάτες;
Εδώ είν' ο Γιάννης του παπά από τη Σαμαρίνα.
Το λόγο δεν απόσωσε και βαριαναστενάζει.
Από την πλάτη του 'ρχεται φαρμακερό μολύβι.
Με προδοσιά τον σκότωσαν τον καπετάν Γιαννάκη.

Διάδοχος του Γιάννη Πρίφτη στο αρματολίκι της Σαμαρίνας έγινε το πρωτοπαλίκαρό του ο Μίχος. Καταγόταν κι αυτός από τη Σαμαρίνα και δολοφονήθηκε απ' το συντοπίτη του Ιτρίτζη. Το παρακάτω τραγούδι αναφέρεται στο θάνατο του αρματολού Μίχου:

Ο Μίχος εκατέβαινεν από τη Σαμαρίνα,
με το ντουφέκι στο πλευρό και το σπαθί στη ζώση,
να πάει κατά τα χειμαδιά, στη Σκιά και στο Πριτώρι.
Πουλάκι πήγε κι έκατσε στη δεξιά του πλάτη.
Δεν κελαηδούσε σαν πουλί κι ουδέ σαν χελιδόνι.
Μόν' κελαηδούσε κι έλεγε ανθρώπινη κουβέντα:
- Πέρνα το, Μίχο μ', πέρνα το κι αυτό το μονοπάτι.
Κι άλλη φορά δεν το περνάς, δεν το καλοδιαβαίνεις.
Τα μάτια του χαμήλωσε, τα δάκρυα τον πήραν.
- Πουλάκι μου, πού το 'μαθες, πού τ' άκουσες, πουλί μου;
- Εψές ήμουν στους ουρανούς μαζί με τους αγγέλους
και τ' άκουσα πως ήσουνα με τους αποθαμένους.
Το λόγο δεν απόσωσε, το λόγο δεν ποσώνει
κι ακούστηκε μια μπαταριά, 'πού μεσ' απ' το λαγκάδι.
Ιτρίτζης τον καρτέραγε ψηλά μες στο μπουγάζι.
Στο χώμα έπεσε άλαλος ο Μίχος ο λεβέντης,
που ήταν στη Φούρκα αρματολός, στη Σαμαρίνα κλέφτης.

Παραλλαγή αυτού του τραγουδιού είναι το πολύ γνωστό στα Γρεβενά:

-Πέρνα τα, βλάμη μ', πέρνα τα κι αυτά τα μονοπάτια.
Κι άλλη φορά δεν τα περνάς, δεν τα καλοδιαβαίνεις.
Και πού το ξέρεις, βλάμη μου, που δε θα τα περάσω;
-Εψές είδα στον ύπνο μου, είδα και στ' όνειρό μου,
είδα τον ήλιο κόκκινο και το φεγγάρι μαύρο,
το λαμπερό αυγερινό στο αίμα βουτηγμένο.
-Ξήγα το, βλάμη, ξήγα το το μαύρο όνειρό μου.

Ο Ντεληδήμος είναι ο θετός γιος του Ζήδρου. Εκτελέστηκε στα Γιάννενα. Γνωστά τραγούδια για το Ντεληδήμο είναι τα παρακάτω:

Σήκω, Δήμο μου, και μη βαριοκοιμάσαι.
Μόν' μάσε παγανιά όλο Γρεβενοπούλια
κι έβγα στο βουνό ψηλά στη Βασιλίτσα,
τι έχεις πόλεμο μαζί με το Βελιάγα.

Ένα άλλο πασχαλιάτικο τραγούδι:

Σήμερα, Δήμο μ', Πασχαλιά, σήμερα πανηγύρι.
Τα παλικάρια χαίρονται και ρίχνουν στο σημάδι.
Και συ, Δήμο μ', στα Γιάννενα στον άλυσο δεμένος,
στον άλυσο, στο κούτσουρο, στο έρημο τουμπρούκι.

Για τον Ντελήπαπα ή παπα-Γιώργη:

Από μικρός στα γράμματα, μικρός στα πινακίδια
και τώρα στα γεράματα αρματολός και κλέφτης.
Όλα τα κάστρα πάτησα κι όλα τα μοναστήρια,
μόν' του Βαρλάμη το κελί δεν μπόρ' να το πατήσω.
Τριγύρω -γύρω το 'φερνα, τριγύρω από την πέτρα,
το γούμενο εφώναζα, το γούμενο φωνάζω:
- Κατέβα κάτω, γούμενε, να με ξομολογήσεις
γιατ' έχω κάνει κρίματα, είμαι κριματισμένος.
Κατέβα κάτω, γούμενε.

Ένα πολύ γνωστό τραγούδι του ορεινού όγκου των Γρεβενών είναι το τραγούδι του καπετάν Γιώτη. Αναφέρεται στην εποχή που η Οθωμανική Αυτοκρατορία παραχώρησε τη φύλαξη των δερβενίων στους Τουρκαλβανούς, με στόχο να παραμερίσει τους έλληνες αρματολούς, οι οποίοι, βέβαια, αντέδρασαν:

-Τι συλλογιάζεις, Γιώτη μου, τι βάζεις με το νου σου (Παναγιώτη μου μωρέ);
-Μόν' συλλογιάζω τον καιρό και τι καιρός μας ήρθε.
Παν τα ντερβένια τούρκεψαν, τα πήραν οι Αρβανίτες.
Τα πήρε ο αγάς απ' την Αγιά κι ο Αλής από την Κόντσα.
Και δε μ' αφήνουν να διαβώ, στα Γιάννενα να πάνω.
Ντουφέκι μου περήφανο, σπαθί μου παινεμένο,
πολλές φορές με γλίτωσες απ' του εχθρού τα χέρια.

Ο Λούκας Κόκκινος καταγόταν από το Μέγαρο Γρεβενών. Έδρασε στο Μακεδονικό Αγώνα. Πέθανε στα Γρεβενά το 1913. Οι απόγονοί του ζουν περήφανοι στο Μέγαρο Γρεβενών και στα Γρεβενά. Η λαϊκή μούσα τον τίμησε με το παρακάτω τραγούδι:

Ένα πουλάκι λάλησε στο Λέχοβο στη ράχη.
Δεν κελαηδούσε σαν πουλί ν' ουδέ σαν χελιδόνι.
Μόν' κελαηδούσε κι έλεγε ανθρώπινη κουβέντα:
- Καλά ήσαν, Λούκα μ', στα βουνά και στα καστανοχώρια.
Τι χάλευες, Λούκα μ', τι γύρευες, στο Λέχοβο στη ράχη;
- Πάεισα να ιδώ τους φίλους μου, τους φίλους τους μπρατίμους,
γιατί με κατηγόρησαν Ζιάκας και Παπαδήμας.
Δεν κάνει ο Λούκας γι' αρχηγός κι ουδέ για καπετάνιος,
μόν' κάνει ο Λούκας για κλεψιά και για παχιά κριάρια.

Ο Διαμάντης Κόκκινος ήταν ο Διαμάντης Μάνος απ' το Σπήλαιο Γρεβενών. Έδρασε στο Μακεδονικό Αγώνα. Εκτελέστηκε απ' τους Τούρκους στα Μπιτόλια, λίγο πριν έρθει η αθώωσή του. Οι απόγονοί του ζουν περήφανοι στο Σπήλαιο και στη Θεσσαλονίκη.

Σαββάτο μέρα κίνησαν, Διαμάντη μ' Κόκκινε, στον Όρλικα να πάνε.
Ήταν η ώρα δώδεκα μετά το μεσημέρι,
π' εκεί θα διάβει η βλαχιά, οι Βλάχοι οι Ρουμάνοι.
Τα καραούλια Διαμάντης έβαζε, τα καραούλια βάζει
κι ο Τσιουκαντάνας φώναξε από το καραούλι:
- Τον Περιστέρη μας βάρεσαν, το Φλώρο μας λαβώσαν.
Κι ο καπετάν Διαμάντης φώναζε κι ο καπετάν Διαμάντης λέγει:
- Παιδιά μου, μην κιουτέψετε, παιδιά μ', μη φοβηθείτε.
Σαν πιάστηκαν στον πόλεμο σ' αυτό το τουφεκίδι,
πέφτουν τα βόλια σαν βροχή και σφαίρες σαν χαλάζι
κι ο Τσιουκαντάνας έσφαζε τ' αγόρια των Ρουμάνων.

Το παρακάτω τραγούδι, του Διαμάντη Κόκκινου και του Όρλικα το άκουσα για πρώτη και μοναδική φορά από τον αείμνηστο Θόδωρο Σιούλα ή Θεοδώρου, το βάρδο του δημοτικού τραγουδιού και της παράδοσης, το Μάρτη του 1973, μια βραδιά αλησμόνητη στο παλιό του σπίτι στο παινεμένο Σπήλιο.

Βάστα, καημένε Όρλικα, Διαμάντη μ' Κόκκινε, βάστα την κατεχνιά σου.
Να μη μας διάβουν οι Ρουμάνοι κι πάν' στα βλαχοχώρια.
Καπεταναίοι σαν το 'μαθαν, Διαμάντης και Βερβέρας,
τον Τσιουκαντάνα φώναζαν κι όλα τα παλικάρια:
- Άιστε, παιδιά μ', να πιάσουμε ψηλά στον Καραστέργιο.
Φκιάνουν ταμπούρια δυνατά, φκιάνουν κι μιτιρίζια.
Σαν άρχισεν ο πόλεμος και τρίζουν τα ντουφέκια,
θρήνος μεγάλος γίνεται κι μακελειό μεγάλο.
Ο Τσιουκαντάνας έσφαζε τ' αγόρια των Ρουμάνων.
Σαν το 'μαθαν τα Γρεβενά κι ο δόλιος ο δεσπότης,
στον Αϊ-Γιώργη πήγαινε να κάνουν λιτανεία.
Να μη μας κάψουν τα χωριά, το Σπήλιο και την Τίστα.
Σαν πλάκωσ' όλη η Τουρκιά στο παινεμένο Σπήλιο,
παίρνουν γερόντους όμηρους, παίρνουν κοτζιαμπασήδες
κι τους παπάδες μάζωναν τραβώντας απ' τα γένια
κι στα Μπιτόλια τς πάαιναν, να παν να τους κρεμάσουν.

Θεωρώ χρέος μου απέναντι στο μεγάλο της σπηλιώτικης παράδοσης, το Θόδωρο Σιούλα, να παραθέσω το τραγούδι του ήρωα Διαμάντη Κόκκινου, Διαμάντη Μάνου, όπως ακριβώς μου το τραγούδησε εκείνο το βράδυ στο σπίτι του:

Βάστα, καημένε Όρλικα, Διαμάντη μ' Κόκκινε, ωρέ βάστα την καταχνιά σου,
να μη μας διάβουν οι Ρούμανοι, να μη μας διάβουν οι Ρούμανοι, Διαμάντη μ' Κόκκινε.
Ωρέ κι παν στα βλαχοχώρια. Καπιταναίοι, πιδιά μ', σαν το 'μαθαν,
καπιταναίοι σαν το 'μαθαν, καημένε Όρλικα, ωρέ Διαμάντης κι Βιρβέρας,
τον Τσιουκαντάνα, παιδιά μου, φώναζαν, τον Τσιουκαντάνα φώναζαν, Διαμάντη μ' Κόκκινε.
Αχ, κι όλα τα παλικάρια - Άιστι, πιδιά μ', ωρέ να πιάσουμε.
Άιστι, παιδιά μ', να πιάσουμε, Διαμάντη μ' Κόκκινε, αχ, ψηλά στον Καραστέργιο.
Φκιάνουν ταμπούρια δυνατά, φκιάνουν ταμπούρια δυνατά, καημένε Όρλικα.
Αχ, φκιάνουν κι μιτιρίζια. Σαν άρχισε, λε πιδιά μ', ο πόλεμος.
Αχ, σαν άρχισε, πιδιά μ', ο πόλεμος, Διαμάντη μ' Κόκκινε.
Αχ, μωρέ και τρίζουν τα ντουφέκια, θρήνους μεγάλους γίνεται,
θρήνους μεγάλους γίνεται, Διαμάντη μ' Κόκκινε, αχ, κι μακελειό μεγάλου.
Κι ο Τσιουκαντάνας, παιδιά μου, έσφαζε, αχ, καημένε Όρλικα.
Κι ου Τσιουκαντάνας έσφαζε, Διαμάντη μ' Κόκκινε, αχ, τ' αγόρια των Ρουμάνων.
Σαν το 'μαθαν τα Γρεβενά, αχ, Διαμάντη μ' Κόκκινε.
Άιντε μωρέ σαν το 'μαθαν τα Γρεβενά, Διαμάντη μ' Κόκκινε,
αχ, ο δόλιος ο δεσπότης κι στον Αϊ-Γιώργη ο μαύρος πήγαινε, Διαμάντη μ' Κόκκινε.
Κι στον Αϊ-Γιώρη πήγαινε, Διαμάντη μ' Κόκκινε,
αχ να κάνουν λιτανεία να μη μας κάψουν τα χωριά, Διαμάντη μ' Κόκκινε.
Αχ, να μη μας κάψουν τα χωριά, καημένι Όρλικα,
άιντε ωρέ το Σπήλιο και την Τίστα. Σαν πλάκωσ' όλη, πιδιά μου, η Τουρκιά.
Σαν πλάκωσ' όλη η Τουρκιά, Διαμάντη μ' Κόκκινε,
αχ, στο παινεμένο Σπήλιο. Παίρνουν γερόντους όμηρους, Διαμάντη μ' Κόκκινε.
Αχ, παίρνουν κοτζιαμπασήδες κι τους παπάδες μάζουναν.
Αχ, κι τους παπάδες μάζωναν, Διαμάντη μ' Κόκκινε.
Αχ, τραβιώντας απ' τα γένια κι στα Μπιτόλια τς πάειναν.
Κι στα Μπιτόλια τς πάειναν, πάνουν να τους κρεμάσουν.

Τελειώνοντας το τραγούδι η συγκίνηση του ήταν τόση που, με πάθος, εθνική υπερηφάνεια και έπαρση, απάγγειλε τα παρακάτω, όπως ακριβώς γράφονται:
«Αυτά, παιδιά μου, τραβούσαν εκείνα τα χρόνια, οι παππούδες μας μι τς προυπαγάντις των Ρουμάνων, των Βουργάρων, τα χρόνια της σκλαβιάς. Οι παππούδες μας σκοτώνονταν απάν σ' αυτά τα βουνά να χτυπήσν τς προυπαγάντις, να τς γυρίσν πίσου, όπως κι τς γύρσαν πίσου. Άιντι πού θα πααίν' τα ζαγάρια. Άιντι γειά μας, γειά μας».
Και διακριτικά σκούπισε δυο δάκρυα που είχαν ξεχειλίσει απ' τα λαμπερά του μάτια.
Με τέτοιους ανθρώπους σαν το μπαρμπα-Θόδωρο, που είχαν ψυχή αγνή, καρδιά «τσιολίκι» και αγάπη πραγματική για τον τόπο, την πατρίδα, τη θρησκεία, την οικογένεια, τις ρίζες μας και την παράδοση, κρατήθηκε αυτό το έθνος ζωντανό σε πείσμα όλων, όσοι το επιβουλεύτηκαν και το επιβουλεύονται.
Το παρακάτω τραγούδι για τους Σουλιώτες το 'λεγε ο ίδιος με πάθος, βαθιά συγκίνηση, αλλά και εθνική έπαρση, γιατί, όπως έλεγε, η καταγωγή των Σλάδων, της φάρας του δηλ., ήταν από το Σούλι. Όσοι γλίτωσαν απ' τη σφαγή και την καταστροφή του Σουλίου ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στην Κερασιά, στο Σπήλιο.

Σαν κίνησαν οι αγάδες κι όλη η Αρβανιτιά
να παν στο Κακοσούλι να κάψουν τα χωριά.
Κι αυτοί οι Κακοσουλιώτες κακά ήταν τα σκυλιά.
Στην εκκλησία πααίνουν μπροστά στην Παναγιά
και στήνουν τα μπαϊράκια όλα μεταξωτά.
Γυναίκες πολεμούσαν κι ανύπαντρα παιδιά.
Κι ο Αλή-πασάς φωνάζει μέσ' από τα Γιάννενα:
- Για πιάστε τους Σουλιώτες και τις Σουλιώτισσες.
Σουλιώτισσες χορεύουν δεν παραδίνονταν
κι στο γκρεμό πααίνουν κι όλες γκρεμίζονταν.

Ο μητροπολίτης Γρεβενών Αιμιλιανός Λαζαρίδης και ο διάκος του Δημήτριος Αναγνώστου βρήκαν μαρτυρικό θάνατο (11/10/1911) από τους Νεότουρκους σε μια χαράδρα ανάμεσα στο Σνίχοβο και τους Γκριντάδες Γρεβενών, που σήμερα τα ονόματά τους είναι Δεσπότης και Αιμιλιανός αντίστοιχα.
Η λαϊκή μούσα υμνεί το θάνατο του ηρωικού δε¬σπότη με το παρακάτω τραγούδι:

Τρία πουλάκια κάθονται στη ράχη στο λημέρι.
Το 'να τηράει το ΓρεΒενό, τ' άλλο κατά το Σπήλιο.
Το τρίτο το μικρότερο μοιρολογάει και λέει:
-Αδέρφια μου, τι να 'γινε ο θείος ο δεσπότης:
Μήτε στο Σπήλιο φάνηκε μήτε και στους Γκριντάδες.
Μας είπαν: «Πέρα πέρασε και πήγε μες στο δάσος».
Κι εκεί τον πιάσαν τα σκυλιά, τον κάνανε κομμάτια.
Κι ένας Γραικός σαν τ' άκουσε πολύ του βαροφάνκε.
Πήρε το μαύρο άτι του κι επήγε να τον εύρει.
Τρέχει λαγκάδια και γκρεμούς, λάκκους και μονοπάτια.
Τρία μερόνυχτα γυρνά, μα δίχως να το εύρει.
Κι εκεί στο λόφο που ήτανε, πάνω στο κορφοβούνι,
ακούστηκε από μακριά φωνή σαν πεθαμένου:
Έ, καβαλάρη, που είσ' αυτού ψηλά στο κορφοβούνι,
κατέβα στο γκρεμό να δεις το γέρο το δεσπότη,
πώς τον σκοτώσαν τα σκυλιά, τον κάνανε κομμάτια.
Πέρασε στράτα μακρινή και βρέθηκε στο λάκκο.
Είδε το άγιο λείψανο στο χώμα ξαπλωμένο.
Προσκύνησε μ' ευλάβεια και του 'βαλε στεφάνι
και το 'φερε στα Γρεβενά με κλάματα και δάκρυα.

Ένα άλλο τραγούδι:

Τον έσφαξαν των Γρεβενών τον άφοβο δεσπότη,
τον έσφαξαν τον άξιο του γένους στρατιώτη.

Κι όταν ελευθερώθηκαν τα Γρεβενά, η λαϊκή μούσα ξανατραγούδησε:

>Ξύπνα, δεσπότη Γρεβενών, να δεις τα θαύματά σου,
να δεις τα ελληνόπουλα τριγύρω στα χωριά σου.
Ξύπνα, δεσπότη Γρεβενών, να δεις τη λευτεριά σου,
να δεις τη γαλανόλευκο μέσα στα Γρεβενά σου.

Ο Αθανάσιος Μπρούφας από το Στεζιάχι Γρεβενών, τα σημερινά Αηδόνια, ήταν σπουδαίος μακεδονομάχος. Η λαϊκή μούσα τραγούδησε γι' αυτόν.

Το λεν οι κούκοι στα βουνά κι πέρδικες στα πλάγια.
Το λέει κι ο πετροκότσυφας σ' αντάρτικα λημέρια:
-Μπρούφα, Θανάση Μπρούφα,
οι αντάρτες εσκορπίσανε κι εγίνανε μπουλούκια.
Ο Μπρούφας στο Μορίχοβο, Ζαρκάδας στα Καϊλάρια
κι ο Τάκης ο περήφανος πάνω στο Περιστέρι.
Πάνουν και γράφουν μια γραφή κι ένα καημένο γράμμα:
-Τούρκοι, καθίστε φρόνιμα, κάτστε ταπεινωμένα.
Δεν είν' ο περσινός καιρός, βουργάρικο ντουφέκι.
Εδώ είναι ελληνόπουλα κι όλα του εικοσιένα.
Έχουν τον πόλεμο γιορτή και το ντουφέκι γλέντι.
Έχουν στη μέση τους φτερά, στα πόδια τους τσιολίκι.

Για το Νούλη Σιαμανίκο από το Περιβόλι Γρεβενών η λαϊκή μούσα τραγούδησε:

-Νούλη μ', γιατί μας άργησες να ρθεις στο Περιβόλι;
Οι φίλοι σου σε καρτερούν, οι φίλοι τα μπρατίμια.
Δεν είναι ο περσινός καιρός κι ο περσινός ο χρόνος,
που γκιζερούσες στα βουνά με τον ντουγκρά στον ώμο.
Φέτος θα γίνει πόλεμος, θα γίνει κι ανταρσία.
Θα κλάψουνμάνες για παιδιά και χήρες για τους άντρες.
Θα κλάψουν δόλια ορφανά, δεν έχουν πατεράδες.

Ηρωικά και κλεφτικα τραγούδια

ΑΝΑΖΗΤΗΖΗ

Αρχή