Τα Λαογραφικά του Σπηλαίου Γρεβενών: Η Πρωτοχρονιά, τα «λουκατσιάρια»

Η Πρωτοχρονιά ή Αϊ-Βασίλης ήταν επίσης μεγάλη γιορτή. Πριν ξημερώσει, οι γυναίκες ετοίμαζαν τη βασιλόπιτα, που ήταν τυρόπιτα με φύλλα ψημένα στη γάστρα ή προζυμόπιτα από μπομπότα (καλαμποκάλευρο). Ανάμεσα στα φύλλα της βασιλόπιτας συνήθιζαν να βάζουν, εκτός από το φλουρί, και διάφορα άλλα τυχερά, όπως το μαντρί, το ζευγάρι (τα βόδια που έκαναν χωράφι), τις κότες, τα μεγάλα ζώα, τ' αμπέλια και τα χωράφια. Όλα αυτά ήταν αυτοσχέδια σχήματα από κλωνάρια κορομηλιάς, που τα ζέσταιναν λίγο για να 'ναι ευλύγιστα. Έτσι, με τα τόσα τυχερά που μπαίνανε στην πίτα, τύχαινε στον καθένα και κάτι, για το οποίο ήταν και υπεύθυνος όλο το χρόνο.

Μετά το μεσημεριανό φαγητό ετοιμάζονταν τα λουκατσιάρια, που ήταν άντρες μασκοφορεμένοι είτε με ειδική μάσκα είτε με μαντίλι στο πρόσωπο. Ο καπετάνιος και η νύφη ήταν το συνηθισμένο ντύσιμο. Γίνονταν αρκετά ζευγάρια καπεταναίοι και νύφες. Ο καπετάνιος φορούσε φουστανέλα, ενώ η νύφη την παραδοσιακή γυναικεία στολή. Πάρα πολλοί ντύνονταν κουδουνάδες ζωσμένοι με κουδούνια και κυπριά. Πάντα γίνονταν ένας γιατρός, μια γριά και άλλοι. Ακολουθούσαν πολλοί χωριανοί στη διαδρομή από σπίτι σε σπίτι. Σε κάθε σπίτι που πήγαιναν έλεγαν το τραγούδι του Αϊ-Βασίλη. 

Αϊ-Βασίλης έρχεται, Γενάρης ξημερώνει,
βαστάει πένα και χαρτί, χαρτί και καλαμάρι.
Το καλαμάρι έγραφε και το χαρτί μιλούσε:
- Βασίλη μ', πούθεν έρχεσαι και πούθε κατεβαίνεις;
- Εγώ απ' τα ξένα έρχομαι και στα δικά μου πάνω.
- Σαν έρχεσαι απ' την ξενιτιά, πες μας ένα τραγούδι.
- Εγώ τραγούδια μάθαινα, τραγούδια να σας λέω.
Στην πατερίτσα ακούμπησα να πω ένα τραγούδι
κι η πατερίτσα ήταν χλωρή κι απόλυκε κλωνάρια,
κλωνάρια χρυσοκλώναρα, χρυσά μαλαματένια.

Οι νοικοκυραίοι τους καλοδέχονταν με ευχές και τους έδιναν διάφορα τρόφιμα, όπως αλεύρι, κρέας, τραχανά, τυρί, πράσα, κρεμμύδια, κρασί, ρακή και λίγδα. Το γαϊδουράκι που ακολουθούσε την παρέα ήταν φορτωμένο με τα τρόφιμα. Συνέχιζαν στον ίδιο ρυθμό, ώσπου να τελειώσουν όλα τα σπίτια. Στο τέλος μοίραζαν τα τρόφιμα σε νοικοκυρές με την παραγγελία να μαγειρέψουν τα διάφορα φαγητά και να φτιάξουν τις πίτες. Το βράδυ ακολουθούσε τρικούβερτο γλέντι μετά το φαΐ, ενώ η ρακή και το κρασί άφθονο και ποικίλο δυνάμωνε το κέφι, που κρατούσε μέχρι το πρωί. Λέγονταν τραγούδια του τραπεζιού και ηρωικά για το Θόδωρο το Ζιάκα, τον τοπικό ήρωα, που το 1853 πολέμησε στο Σπήλιο εναντίον των Τουρκαλβανών, αλλά και για άλλους οπλαρχηγούς, όπως ο Τότσκας, ο Ζήδρος, ο παπα-Θύμιος και χορευτικά διάφορα με πρώτο και καλύτερο το:

Μην τα μαλώνεις τα παιδιά (Βασίλη μου) και μην τα παραπαίρνεις,
γιατί τα παιδιά είν' παλαβά, ρίχνουν και σε σκοτώνουν.

Οι μέρες που ακολουθούσαν μετά τον Αϊ-Βασίλη και μέχρι τα Φώτα ήταν εργάσιμες. Συνηθισμένες δουλειές της ημέρας για τις γυναίκες κυρίως η καθαριότητα του σπιτιού και των βοηθητικών χώρων και για τους άντρες οι εξωτερικές δουλειές, κυρίως τα ζώα, μικρά και μεγάλα.

Είναι σημαντικό να τονιστεί εδώ ότι οι μέρες αυτές, όπως και όλες του Δωδεκαημέρου από τα Χριστούγεννα μέχρι τα Φώτα, θεωρούνταν μέρες που «τα νερά ήταν αβάφτιστα», γιατί προφανώς και ο Χριστός ως την ημέρα των Θεοφανίων ήταν αβάπτιστος. Σύμφωνα με τη λαϊκή μυθοφαντασία την περίοδο αυτή κυριαρχούν στον κόσμο οι καλικάντζαροι ή δαιμόνια ή παγανά, που έρχονται από τον κάτω κόσμο στον επάνω, για να πειράξουν τους ανθρώπους. Ο λαός τους φαντάζεται με διάφορες μορφές. Οπωσδήποτε μαύρους κι άραχνους, με μακριά ουρά και χέρια μεγάλα σαν της μαϊμούς, με πρόσωπα ασχημομούρικα, με μάτια κόκκινα, στραβούς, κουτσούς, μονοπόδαρους και τραγοπόδαρους. Τους θέλει ακόμα η παράδοση να περιφέρονται τη νύχτα στους δρόμους και να κάνουν όποιο κακό μπορούν σ' όσους κυκλοφορούν τη νύχτα. Έτσι, τα παλιά τα χρόνια σπάνια κυκλοφορούσε άνθρωπος μόνος του τη νύχτα. Η φαντασία, η δοξασία και η πρόληψη ήταν τόσο έντονες, που πολλοί άνθρωποι ισχυρίστηκαν ότι είδαν τη νύχτα τα παγανά ή τα άκουσαν έξω από το σπίτι ή άκουσαν το θόρυβο της προσπάθειάς τους να μπουν μέσα από το τζάκι ή τα παράθυρα. Για το λόγο αυτό το τζάκι ήταν αναμμένο μέχρι το πρωί και στα παράθυρα έβαζαν διάφορα μάλλινα, κάπες, σαΐσματα, για να μην μπουν μέσα στο σπίτι και μαγαρίσουν το ψωμί, τα φαγητά και ό,τι άλλο βρουν. Το καλύτερο αποτρεπτικό των καλικαντζάρων ήταν η φωτιά που εξαγνίζει και καθαίρει τα πάντα. Καίει τα δαιμόνια και προπάντων τα νύχια τους και χωρίς αυτά οι καλικάντζαροι δεν μπορούν να κάνουν κακό. Άλλο αποτρεπτικό μέσο ήταν τα κουδούνια και τα κυπριά τόσο για τους καλικάντζαρους όσο και για κάθε κακό πνεύμα. Γι' αυτό, όταν ήταν ανάγκη να περπατήσουν έξω τη νύχτα αυτές τις ατέλειωτες νύχτες του Δωδεκαημέρου, πάντα κρατούσαν αναμμένο δαδί ή λάμπα (περπατιάρκη) ή δαυλί. Εξάλλου, το τρίγωνο που επικράτησε αργότερα στον κόλιντρα είχε αποτρεπτικό σκοπό με τον ήχο του.

Μόλις ακούγονταν το πρώτο λάλημα του πετεινού, όλα τα δαιμόνια εξαφανίζονταν, να μην τα βρει το φως. Ήταν όντα του σκότους, αφού όλη τους την υπόλοιπη ζωή, πλην του Δωδεκαημέρου, την περνούσαν στον κάτω κόσμο, όπου ροκάνιζαν το δέντρο της ζωής, πάνω στο οποίο στηρίζονταν όλη η γη, όλος ο κόσμος. Προσφιλής τους τόπος διαμονής ήταν το ζοριό των νερόμυλων, εκεί δηλ. όπου το καρούτι εξακοντίζει με δύναμη το νερό στη φτερωτή, που με τη σειρά της γυρίζει τις μυλόπτετρες. Οι καλικάντζαροι παραλληλίζονται με τις Κήρες (τις ψυχές των νεκρών) των αρχαίων προγόνων μας, που έρχονταν στον επάνω κόσμο στη διάρκεια των Ανθεστηρίων στην αρχαία Αθήνα. Τα Φώτα, όταν τα νερά αγιάζονταν, οι καλικάντζαροι εξαφανίζονταν από το πρόσωπο της γης και καταχωνιάζονταν στα Τάρταρα απ' όπου ήρθαν. Φοβούνταν την αγιαστούρα του παπά κι έλεγαν αναμεταξύ τους:

Φύγετε να φύγουμε,
γιατ' ήρθε ο διαβολόπαπας
με την αγιαστούρα του
και με τη βρεχτούρα του.

Την προηγούμενη ημέρα των Φώτων ήταν αυστηρή νηστεία ως προετοιμασία και εξαγνισμός για τον αγιασμό και την πόση του αγιασμένου νερού (μεγαλοείσμα, όπως το έλεγαν οι παλιοί).

ΑΝΑΖΗΤΗΖΗ

Αρχή