Τα Λαογραφικά του Σπηλαίου Γρεβενών: Οι Απόκριες

Σαρακοστή μας έρχεται κι Καθαροδευτέρα.
Τροχάτε γριές τς λεπίδες σας, νυφάδες τα σουγιάδια.
Στα ρέματα για λάχανα, στις ζίγρες για τσουκνίδια.
Στης Γκουστερέλως τα βουνά, ψηλά στα κορφοβούνια.

Τα ανοιξιάτικα έθιμα και οι γιορτές διαρκούν από το Τριώδιο ως την Πεντηκοστή. Αρχίζουν με το έθιμο του καρναβαλιού. Οι διασκεδάσεις και οι μεταμφιέσεις του είναι προέκταση των γιορτών της Πρωτοχρονιάς, όπως τις γιόρταζαν οι Ρωμαίοι και οι Βυζαντινοί. Η Εκκλησία ονόμασε το καρναβάλι «Απόκρεω», επιτρέποντας σ' αυτό τις ελευθεριότητες, που θα τις ακολουθήσει η εγκράτεια της Σαρακοστής. Η Αποκριά ισορροπήθηκε ανάμεσα στην Πρωτοχρονιά του Γενάρη και την παλαιότερη του Μάρτη. Σκοπός της κοσμικής Αποκριάς είναι η μαγική υποβοήθηση της γης να βλαστήσει, γι' αυτό κύρια στοιχεία της είναι:

α) οι μεταμφιέσεις και οι παραστάσεις, όπως οι αρχαίες διονυσιακές γιορτές, που έχουν σκοπό τη βλάστηση και την καρποφορία

β) ο χορός που με τα χτυπήματα των ποδιών στη γη έχει καρποφορική σημασία, ενώ πολλές από τις κινήσεις του ασκούν ομοιοπαθητική μαγεία

γ) τα φαγοπότια που είναι κι αυτά ομοιοπαθητικές προσπάθειες για την ευφορία της γης.Η Εκκλησία έβαλε φραγμό στις ελευθεριότητες των ημερών αυτών στα φαγοπότια, ορίζοντας αμέσως τη Μεγάλη Σαρακοστή, η οποία απαγορεύει την κρεοφαγία και καθετί το αρτύσιμο,

δ) η θύμηση των νεκρών, που πρέπει να εξευμενιστούν και να επιτρέψουν το ξεφάντωμα στους ζωντανούς, γίνεται με τα τρία ψυχοσάββατα, όπου μετά την εκκλησία οι γυναίκες προσφέρουν διάφορα φαγώσιμα

ε) το άναμμα των φωτιών που λέγονται και φανοί ή κλαδαριές και έχουν καθαρτήριο και μεταβατικό χαρακτήρα από τη χειμωνιάτικη στην ανοιξιάτικη περίοδο. Οι φωτιές είναι κατάλοιπα της ηλιολατρείας και συμβολίζουν τη φλόγα του ηλίου, που γονιμοποιεί τη γη με τη ζεστασιά του. Το φως είναι ταυτόσημο με τη ζωή, όπως το σκοτάδι με το θάνατο. Ο Πλούταρχος λέει: «το φως γεννέσεως εστί σημείον». Όσο η μέρα μεγαλώνει, τόσο το φως κυριαρχεί στο σκοτάδι της νύχτας. Τούτες οι φωτιές, που ανάβονται μετά τις χειμερινές τροπές του ηλίου, είναι σύμβολα ήλιας γονιμότητας και καθαρμού και θέλουν να δείξουν ότι κάτι σοβαρό έχει συντελεστεί και αλλάξει στη φύση.

Γενικότερα οι Αποκριές σήμερα χαρακτηρίζονται από έθιμα και τρόπους πρόσκαιρης κοινωνικής συμπεριφοράς. Το εκτονωτικό ξεφάντωμα των ημερών της Αποκριάς, που συνηθίζεται και σ' άλλους λαούς, σε μας ξεκινάει από τους απώτατους χρόνους της ιστορίας μας και στη διαδρομή του δέχτηκε σημαντικές αλληλεπιδράσεις από συγγενείς λαούς, όπως οι Φρύγες και οι αρχαίοι Θράκες διαμέσου της αρχαιοελληνικής θρησκευτικής μυθολογίας του Διονύσου. Στη διάρκεια των γιορτών του Διονύσου επικρατούσε μια εκστασιακή πληθωρική εξωστρεφής διέξοδος που ξεπερνούσε κάθε όριο μέτρου απ' το οποίο διέπονταν η ελληνική λογική νοοτροπία, όπως το «μηδέν άγαν πράττετε...» και το «παν μέτρον άριστον».

Σήμερα το αρχαιοελληνικής προέλευσης οργιαστικό καρναβάλι έχει μεταβάλει το περιεχόμενο του σε έναν ήπιο κοινωνικό αστεϊσμό που πολλές φορές εκδηλώνεται με αρκετά άσεμνα τραγούδια κοινωνικής σάτιρας και αυτοσαρκασμού.

Οι Αποκριές στο Σπήλιο είναι μεγάλη λαογραφική αλλά και θρησκευτική γιορτή. Είναι γιορτή διασκέδασης, κεφιού και καλοπέρασης. Αρχίζει από τη μικρή Αποκριά, την «κρεατινή», όπως τη λένε, γιατί αποκρεύουν από το κρέας. Το Σάββατο, πριν από τη μικρή Αποκριά, είναι το πρώτο ψυχοσάββατο ή «ψχος». Ο παπάς διαβάζει τρισάγιο στις ψυχές και στη συνέχεια οι γυναίκες μοιράζουν σιτάρι και κόλλυβα. Παλιά, αλλά και σήμερα την Κυριακή οι γυναίκες μετά τη θεία λειτουργία μοίραζαν έξω από την εκκλησία διάφορα φαγώσιμα: σιτάρι βρασμένο με ζάχαρη, ψωμί (κομμάτια), πίτες, κυρίως τυρόπιτες, γλυκά, όπως το πλαστό, ο μπελτές, που γινόταν από αλεύρι και πετιμέζι, λουκούμια, καρύδια, φασόλια φούρνου, όλα παρασκευασμένα από τις ίδιες τις νοικοκυρές. Το μοίρασμα των διάφορων φαγώσιμων γινόταν για τις ψυχές των συγγενών πεθαμένων. Οι κανίστρες γεμάτες, σκεπασμένες με πεντακάθαρα μεσάλια στη διάρκεια της θείας λειτουργίας, ήταν τοποθετημένες μπρος στο Άγιο Βήμα, στον Αϊ-Δήμο. Μετά τον εκκλησιασμό όλοι οι χριστιανοί περίμεναν να βγει και ο παπάς, ενώ οι γυναίκες με τις κανίστρες τους ,αφού αντάλλαζαν αναμεταξύ τους τα μοιράσματα, λέγοντας η μια στην άλλη «Να κι δώμι», παρατάσσονταν στη σειρά στο χαγιάτι της εκκλησίας. Βγαίνοντας ο παπάς, ευλογώντας, έπαιρνε πρώτος από κάθε κανίστρα απ' όλα τα είδη και στη συνέχεια μεγάλοι και μικροί έπαιρναν «μέρασμα» και «σχωρνούσαν τις ψυχές». Στα δύστυχα χρόνια της φτώχειας και της ανέχειας ο «ψυχός» ήταν και για τις ζωντανές ψυχές ανακούφιση. Το ψυχοσάββατο τα πολύ παλιά χρόνια ήταν αργία. Την Κυριακή της κρεατινής Αποκριάς δεν είχε λαογραφικές εκδηλώσεις. Οι νοικοκυρές φρόντιζαν να 'ναι το δείπνο με κρέας, κοτόπουλο, γίδα ή προβατίνα, γιατί ήταν η τελευταία μέρα που επιτρέπονταν το κρέας μέχρι να ρθει το Πάσχα.

Όλη η εβδομάδα από την Κυριακή της κρεατινής μέχρι τη μεγάλη Αποκριά, την Κυριακή της Τυρινής, τα τραγούδια και τα μικρογλέντια στα σπίτια ανάμεσα σε συγγενείς και φίλους ήταν συνηθισμένη κατάσταση. Και εδώ κυριαρχούσαν τα χειμωνιάτικα τραγούδια, τα νουμπέτια, τα ηρωικά κ.α.
Το Σάββατο της Τυρινής είναι το δεύτερο ψυχοσάββατο, όπου πάλι οι γυναίκες έχουν «ψυχό» στην εκκλησία και μοιράζουν κόλλυβα για τις ψυχές. Η Κυριακή της Τυρινής είναι η Μεγάλη Αποκριά, που αποκρεύουν από καθετί αρτύσιμο, ζωικό, κρέας, λίπος, τυριά και γαλακτοκομικά.
Το πρωί της Κυριακής όλο το χωριό στην εκκλησία στη θεία λειτουργία με τους κατανυκτικούς, τους βαθύτατα ευλαβικούς ήχους: «Της σοφίας οδηγέ, φρονήσεως χορηγέ...» ή «Όταν έλθης, ο Θεός επί γης μετά δόξης...».

Οι νοικοκυρές ετοίμαζαν τα φαγητά της Αποκριάς τόσο για το μεσημέρι όσο και κυρίως για το βράδυ. Κυριαρχούσαν οι τυρόπιτες, τα τυριά, τα αβγά, ενώ το κρέας δεν είχε θέση.

Νωρίς το απόγευμα η καμπάνα καλούσε τους χωριανούς για τον εσπερινό. Αυτός ο εσπερινός είχε μια ιδιαιτερότητα. Ήταν εδώ όλοι οι χωριανοί, όχι μόνο να παρακολουθήσουν τον εσπερινό, αλλά κυρίως, μετά από αυτόν να συγχωρεθούν αναμεταξύ τους, να δώσουν δηλ. και να πάρουν συγχώρεση ο ένας απ' τον άλλο. Και πάλι καθισμένοι στο χαγιάτι της Παναγίας με πρώτο στη σειρά τον παπά και έπειτα κατά ηλικία όλους τους μεγαλύτερους, αφού φιλούσαν το χέρι του και έλεγαν «Σχουρημένα, αφέντη, κι μι τν ευχή σ'», κάθονταν δίπλα του, απ' όπου περνώντας όλοι οι νεότεροι ζητούσαν συγχώρεση. «Σχουρημένα, παιδί μ', μι τν ευχή μ' κι τν ευχή τς Παναγίας. Καλή Σαρακοστή», «σχουρημένα» ακούγονταν να λένε ο ένας στον άλλο από καρδιάς κι ένας μακρόσυρτος, χαμηλόφωνος απόηχος διαπερνούσε το χαγιάτι και το προαύλιο της εκκλησίας και χάνονταν πέρα μακριά στις ρεματιές και στα λαγκάδια. Πού και πού έβλεπε κανείς ένα δάκρυ να κυλά στα κουρασμένα και θολά απ' τη ζωή μάτια των πιο ηλικιωμένων. Αναλογίζονταν φαίνεται πόσοι και ποιοι θα ήταν του χρόνου εκεί. Ποιος ξέρει του χρόνου, «ζούμε δε ζούμε» σκέφτονταν. «Να! Πού είναι ο τάδε...». Ήταν η μέρα αυτή και ένα προσκλητήριο παράλληλα με τη συγχώρεση. Ο εξαγνισμός της ψυχής για τους παλιούς ήταν βασικό θέμα και προϋπόθεση μαζί με τη σωματική εγκράτεια για την υποδοχή της νηστείας μέχρι το Πάσχα. Τη διαδικασία της συγχώρεσης ακολουθούσε το «μέρασμα», όπου όλες οι γυναίκες προσέφεραν στους άνδρες και στη συνέχεια αναμεταξύ τους διάφορα φαγώσιμα, όπως ψωμί, πίτες, λαγγίτες με μέλι και καρύδια, λουκούμι, σιτάρι βρασμένο κλπ.

Ανάλαφροι ψυχικά μετά τη συγχώρεση και απαλλαγμένοι από πιθανά ψυχικά βάρη μαζεύονταν όλοι στην πλατεία του χωριού, στη Χώρα, και άρχιζαν το χορό με αποκριάτικα τραγούδια: «Πώς στουμπίζουν το πιπέρι του διαόλου οι καλογέροι» ή «Πέρασα απ' τη Λιχουδιά» ή «Τις μεγάλες Αποκριές» κ.τ.λ.

Τραγουδώντας, αναπαραστούσαν και τις κινήσεις που περιέγραφε το τραγούδι. Έτσι, το κέφι ερχόταν σιγά-σιγά και προχωρούσαν σε άλλα τραγούδια, χορευτικά, σεμνά ή με υπονοούμενα, πειραχτικά μέχρι και άσεμνα, τα οποία δεν ήταν και λίγα. Οι γυναίκες τραγουδούσαν και χόρευαν διάφορα σεμνά, το πολύ πειραχτικά τραγούδια, τσάμικα ή στρωτά ή στα τρία.

Μόλις νύχτωνε και πριν από το δείπνο όλα τα παιδιά, αγόρια και κορίτσια, πηγαίνουν στο σπίτι του νούνου, για να συγχωρεθούν. Η νούνα τα περίμενε με αγάπη και τα υποδέχονταν με καλοσύνη. Τα κερνούσε γλυκό και ό,τι «καλούδια» είχε. Ο νούνος καθισμένος στην κόχη, δίπλα στο τζάκι, έδειχνε τη χαρά του που τα έβλεπε, τα χάιδευε και την ώρα που τον ζητούσαν συγχώρεση και του φιλούσαν το χέρι, μαζί με τις ευχές του, τους έδινε και φιλοδωρήματα. «Σχουρημένα, σχουρημένα να ζήστι κι καλή Σαρακοστή» έλεγε ο νούνος. Το ίδιο και η νούνα και όλα τα μέλη της οικογένειας. Η επίσκεψη ήταν σύντομη, γιατί τα παιδιά είχαν να πάνε και σ' όλους τους υπόλοιπους συγγενείς. Δεν ήταν όμως μόνο τα παιδιά που πήγαιναν εκείνο το βράδυ για συγχώρεση, αλλά όλοι οι νεότεροι του χωριού πήγαιναν στους μεγαλύτερους συγγενείς, για να συγχωρεθούν. Πάντα οι επισκέψεις αυτές ήταν, όπως αναφέρθηκε, σύντομες με αποκλειστικό και συγκεκριμένο σκοπό τη συγχώρεση. Εξάλλου ήταν πολλά τα συγγενικά σπίτια που έπρεπε να επισκεφτούν και μάλιστα πριν από το δείπνο. Όλα τα δρομάκια και τα σοκάκια του χωριού ήταν γεμάτα από παιδιά, νεότερους και μεγαλύτερους που πηγαινοέρχονταν ασταμάτητα με μια συγκρατημένη βιασύνη και χωρίς πολλή φασαρία, μάλλον αμίλητοι, με υποσυνείδητη ή συνειδητή την αίσθηση αυτού του σημαντικού που πήγαιναν να κάνουν. Να συγχωρεθούν! Μεγάλη λέξη και μέγιστη πράξη. Είχαν σειρά και τάξη οι πρόγονοί μας. Ήταν σωστά βαλμένη η κοινωνία, είχαν μέγεθος και αξία οι πράξεις. Όλα είχαν ένα στόχο, όλα εξυπηρετούσαν έναν ηθικό σκοπό και όχι μια σκοπιμότητα, όπως σήμερα. Σιγά-σιγά όλο και λιγόστευε η κινητικότητα στους δρόμους, ώσπου άδειαζαν σχεδόν τελείως.

Απαλλαγμένοι όλοι οι χωριανοί από τυχόν παρεξηγήσεις, μικροκακίες και πιθανά μίση, με καθαρή και ελαφριά ψυχή, ήταν συμμαζεμένοι στα σπίτια τους για το δείπνο. Σύμφωνα με τη συνήθεια των Σπηλιωτών εκείνο το βράδυ 2-3 οικογένειες αντάμωναν στο σπίτι ενός από τους μεγαλύτερους σε ηλικία, στον πλέον σεβάσμιο από τους συγγενείς, και εκεί δειπνούσαν όλοι μαζί, κουβαλώντας η κάθε οικογένεια τα δικά της φαγητά. Έτσι απόκρευαν μαζί. Τα φαγητά ήταν άφθονα σε ποικιλία και ποιότητα, πάντα χωρίς κρέας. Το ντόπιο καινούριο κρασί και η ευθυμία της ημέρας έδιναν μια ιδιαίτερα γιορταστική ατμόσφαιρα και κέφι σχεδόν ολονύκτιο. Μετά το δείπνο και πριν αρχίσουν τα τραγούδια και το γλέντι ένας από τους μεγαλύτερους του σπιτιού, ο παππούς ή η γιαγιά, έκανε το πατροπαράδοτο έθιμο του «χάσκα».

Ο «χάσκας» ή «χάσκαρης» πήρε τ' όνομά του από το ρήμα «χάσκω» που σημαίνει «έχω ανοιχτό το στόμα». Στην προκειμένη περίπτωση «ν' αρπάξω τ' αβγό». Κατά το έθιμο, με αβγό θα κλείσω το στόμα μου όλη τη Σαρακοστή και με αβγό θα το ξανανοίξω την Πασχαλιά.

Ένα βρασμένο και ξεφλουδισμένο αβγό δεμένο με μια κλωστή μήκους 25-30 εκ. πηγαινοερχόταν αιωρούμενο και κατευθυνόμενο από το χέρι της γιαγιάς στα ανοιχτά στόματα, κυρίως των παιδιών, αλλά και των μεγαλυτέρων, σε ένα συναγωνισμό ποιος θα τ' αρπάξει με το στόμα. Ήταν απολαυστικά αστείες οι κινήσεις της κεφαλής όλων όσοι με πάθος προσπαθούσαν να «χάψουν» τ' αβγό. Έμοιαζαν με κινήσεις ζώων και περισσότερο σκύλου που αρπάζει στον αέρα τη μπουκιά που του πετάς. Μ' αυτό το απλό παιχνίδι ερεθίζονταν η διάθεση όλων. Με το γέλιο, τα πειράγματα και τις αστείες κινήσεις το αβγό χτυπούσε μια στη μύτη, μια στο μάγουλο, στα χείλη, στο σαγόνι, μέχρι να χαθεί την κατάλληλη στιγμή στο στόμα του πιο επιτήδειου ή καλύτερα όποιου η γιαγιά, που κρατούσε την κλωστή, ήθελε.

Ενώ ο χάσκας είχε πάρει τέλος και μαζί του τα γέλια και τα πειράγματα, απ' την κόχη που καθόταν ο «τρανός» ακούγονταν χαμηλά κι ανάρια με γλυκιά φωνή, γεμάτη πάθος και μεράκι, το σουμπετιάτικο τραγούδι*. Μεμιάς απόλυτη ησυχία επικρατούσε και μόνο τα τσακίσματα της φωνής ακούγονταν. Όλοι άφωνοι άκουγαν με ευλάβεια τον πρώτο στίχο κι έπειτα ακολουθούσαν με προσοχή και μεράκι τραγουδώντας όλοι μαζί. Μ' αυτό τον τρόπο συνέχιζαν με άλλα τραγούδια της τάβλας, ηρωικά, χορευτικά μέχρι αργά τα μεσάνυχτα. Δεν υπήρχε τότε η τηλεόραση με τα «πανηγυρικά» ολονύκτια προγράμματα κι ο κόσμος γλεντούσε μόνος του. Δίνονταν έτσι η ευκαιρία να γλεντήσει κανείς μαθαίνοντας κι όταν μάθει να γλεντήσει διδάσκοντας.


 

* σουμπετιάτικο τραγούδι: τραγούδι της παρέας, της τάβλας. Από το τουρκικό (αραβικό) sohbet = φιλική συντροφιά, κουβεντολόι.

ΑΝΑΖΗΤΗΖΗ

Αρχή