Τα Λαογραφικά του Σπηλαίου Γρεβενών: Εισαγωγή

Είναι δύσκολο μέσα σε λίγες σελίδες να περιγράψει κανείς τις συνήθειες, τα ήθη, τα έθιμα και τον τρόπο ζωής αιώνων ολόκληρων ενός κόσμου, που ήρθε από τα βάθη του παρελθόντος και διατηρήθηκε μέχρι πρόσφατα σχεδόν αναλλοίωτος. Πρόλαβα τις τελευταίες λαογραφικές αναλαμπές του Σπηλαίου, του Ζιάκα και των γύρω χωριών, όταν στις αρχές της δεκαετίας του '70 είχα την τύχη και την τιμή να είμαι αγροτικός γιατρός της περιοχής. Το Σπήλαιο και το Ζιάκα τα αγάπησα, τα ένιωσα, τα έζησα, τα πόνεσα σαν δεύτερα χωριά μου. Το πρώτο είναι ο Σιταράς Γρεβενών, όπου γεννήθηκα, ανατράφηκα, σπούδασα και μεγάλωσα. Δεν είναι υπερβολή να πω ότι στο Σπήλαιο έζησα το καλύτερο κομμάτι της ζωής μου και έδωσα τον καλύτερο εαυτό μου. Χρόνια ξένοιαστα, ζεστά, γεμάτα ανθρωπιά και αγάπη, γεμάτα συγκινήσεις, χαρά και πάθος για τη δουλειά, τη ζωή και τους κατοίκους. Χρόνια κοινωνικής και επιστημονικής αναζήτησης, που στη συνέχεια οδήγησαν στην ωριμότητα και την παραγωγικότητα.

Σ' αυτά τα χρόνια καλλιέργησα και ένα παλιό μου πάθος: την αγάπη για τα τραγούδια του τόπου μας, την αγάπη για τη ζωή των προγόνων μας, με τις χαρές και τις λύπες της, με τον αγώνα για προκοπή και πρόοδο ή, άλλες φορές, μόνο για επιβίωση.

Η δική μας γενιά, η μεταπολεμική, έζησε στο μεταίχμιο αυτής της περιόδου, στο ηλιοβασίλεμα της παράδοσης. Τότε που ακόμη τα βουνά και τα λαγκάδια αντιλαλούσαν από τα κυπροκούδουνα των κοπαδιών, τις φλογέρες και τις φωνές των τσομπαναραίων, τα χωράφια και τ' αμπέλια βούιζαν από τραγούδια και χαρές των κοριτσιών, από αστεία και πειράγματα. Κάθε Κυριακή και γιορτή είχε τη δική της χάρη και ιδιαιτερότητα, τα δικά της τραγούδια, τα δικά της γλέντια, όπως και κάθε εποχή του χρόνου. Τις Κυριακές γεμάτη η εκκλησία από κόσμο όλων των ηλικιών: γέροντες και μεσόκοποι με αυλακωμένα από τις ρυτίδες, τραχιά και ηλιοκαμένα πρόσωπα, γερόντισσες με τις μαύρες μαντίλες στο κεφάλι και όλες οι ηλικίες προς τα κάτω μέχρι τα μικρά παιδιά και τα μωρά της κούνιας. Όλοι στην εκκλησιά νηστικοί, για να πάρουν αντίδωρο απ' του παπά το χέρι. Μετά την εκκλησία τις μεγάλες ονομαστικές γιορτές γίνονταν «βίζιτα» στα σπίτια που είχαν τη γιορτή, ενώ τ' απογεύματα γέλια και χαρές στο χορό, στη Χώρα ή στον Αϊ-Θανάση.

Κάθε εποχή του χρόνου με τα δικά της έθιμα. Ο χειμώνας με τις μεγάλες γιορτές της χριστιανοσύνης και τα αναλλοίωτα μέχρι τις μέρες μας έθιμα. Τα φαγοπότια και την κρασοποσία, τον Αϊ-Βασίλη και τα λουκατσιάρια, τις Απόκριες με τα τραγούδια τους τα σοβαρά και τα άσεμνα. Η άνοιξη με τις δικές της γιορτές: την Πρωτομαρτιά, τον Αϊ-Σαράντη με τις λαγγίτες, την Πρωταπριλιά, το Σάββατο του Λαζάρου με τις λαζαρίνες, με αποκορύφωμα την χιλιοτραγουδισμένη Πασχαλιά και την Πρωτομαγιά. Το καλοκαίρι με τα πολλά πανηγύρια και τις απανωτές γιορτές, με τα δικά του τραγούδια, τα καλοκαιρινά ή κυρατζίδικα ή τραγούδια της νύχτας. Το πανηγύρι της Παναγίας του Σπηλαίου πάντα προσέλκυε και προσελκύει πολύ κόσμο. Με την ίδια θρησκευτική ευλάβεια τότε και σήμερα, αλλά με κοινοτικό χαρακτήρα τότε και προσωπικό εντελώς σήμερα. Το φθινόπωρο με το ξεπροβόδισμα των πανηγυριών, τον τρύγο, τη συγκομιδή της σοδειάς, τη σπορά, τις ετοιμασίες για το χειμώνα και την επιστροφή στα χειμαδιά.

Μια αλυσίδα ήταν η παράδοση με τον κάθε κρίκο σωστά και ευλαβικά βαλμένο. Μια αλυσίδα ήταν η ζωή. Όλα μετρημένα και σοφά τοποθετημένα. Οι γεροντότεροι είχαν πάντα τον πρώτο λόγο, ο παπάς, ο πρόεδρος, ο γραμματέας και όσοι διακρίνονταν για τη σύνεση, τη φρονιμάδα, το ήθος και τη γνώση. Οι μεσόκοποι, οι νεότεροι ως και τα παιδιά υπάκουα ρουφούσαν καθετί από τους μεγαλύτερους, γνώση, προτροπή και παραίνεση, ενώ μιμούνταν την αξιοσύνη, την παλικαριά, την ειλικρίνεια, την τιμιότητα, τον ανδρισμό και κάθε αρετή των μεγαλυτέρων τους.

Μια συνεχής εκπαίδευση και μετεκπαίδευση ήταν η ζωή, ένα ατελείωτο σχολείο από τη γέννηση μέχρι το θάνατο. Όλα τα μάθαιναν στην πράξη εφαρμόζοντάς τα κάθε μέρα, τα τραγούδια, το χορό, τον τρόπο διασκέδασης, τις παροιμίες, τα παραμύθια και τα αινίγματα. Έτσι μπόρεσε και διατηρήθηκε ατόφια η ζωή από το μακρινό Βυζάντιο μέχρι πρόσφατα με την προφορική παράδοση, με τη μετάδοση του ενός προς τον άλλο, του γεροντότερου προς το νεότερο.

Δύο δεκαετίες και πλέον μαθήτευσα σ' αυτό το σχολείο της προφορικής παράδοσης, στο Σπήλιο. Με ενεργό συμμετοχή σ' όλες τις εκδηλώσεις της ζωής, γλέντια και πανηγύρια, γάμους και βαφτίσια, αλλά και λύπες και συμφορές. Δάσκαλοί μου όλοι οι αλησμόνητοι παππούδες και γιαγιάδες, οι πιο πολλοί τότε ντυμένοι με τα σκούτινα. Ένας πάντα με τη φουστανέλα, ο Ραμογιαννούλης, ο Θόδωρος Σιούλας, ο Στέργιος Βαβρίτσας, ο Κώστας Μίμης, ο Νικόλας Μπακάλης, ο Νάσιος Κάραντος απ' τους παλιούς και όλες οι ηλικίες στη συνέχεια μέχρι τους συνομηλίκους μου και πιο κάτω.

Κατέγραψα από τότε μέχρι σήμερα ό,τι μπορούσα και προλάβαινα είτε με το μυαλό είτε με τα τεχνικά μέσα της εποχής. Σήμερα με συγκίνηση και ευγνωμοσύνη χαίρομαι που γράφω για την παράδοση του Σπηλαίου. Μέσα μου όμως νιώθω να βαραίνει η νοερή και άγραφη «εντολή» που έχω πάρει από τους γέροντες και γερόντισσες εκείνης της εποχής. Βαραίνει περισσότερο η «εντολή» όλων όσοι με μύησαν στη ζωντανή παράδοση και με έκαναν να αγαπήσω πιο πολύ ό,τι από μικρό παιδί αγαπούσα. Αυτή την εντολή εκτελώ σήμερα ως φόρο τιμής σ' όλους όσοι με δίδαξαν. Μακάρι να φανώ αντάξιος.

 

ΑΝΑΖΗΤΗΖΗ

Αρχή