Πασχαλόγιορτα στα Γρεβενά - Η Ανάσταση

Το Μεγάλο Σάββατο, ημέρα συγκρατημένης χαράς και αισιοδοξίας με τη θεία λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου το πρωί στην εκκλησία και την ακολουθία της Αναστάσεως, είναι ημέρα εργάσιμη και προετοιμασιών για τη μεγάλη γιορτή της Πασχαλιάς. Απ' το πρωί μέχρι το μεσημέρι του Μεγάλου Σαββάτου, σ' όλες τις αυλές των σπιτιών ετοιμάζονται τα σφάγια, αρνί ή κατσίκι, και καθένας με τη δυνατότητά του και την οικονομική άνεση βρίσκει τον τρόπο του. Απ' το απόγευμα κι έπειτα οι δουλειές μαζεύουν κι όλα σχεδόν είναι τακτοποιημένα. Σειρά έχουν οι τελευταίες εντολές των μανάδων να λουστούν τα παιδιά και ν' αλλάξουν, για να ΄ναι καθαρά στην Ανάσταση. Λίγος ύπνος είναι απαραίτητος γι' αυτούς που πρόκειται να μεταλάβουν. Τα μικρά παιδιά σχεδόν όλα κοιμούνται. Η νύχτα είναι βαθιά, όταν ακούγεται η καμπάνα της εκκλησίας. Βαθιά και σιγαλή. Μονάχα κάτι σαν αναπνοή, σαν αναστέναγμα ανακούφισης ακούγεται να έρχεται απ' τη φύση, απ' τα δέντρα, απ' τα κλαδιά και τα χορτάρια, κάτι που βγαίνει απ' τα σπλάχνα της γης και είναι η ανάσταση της βλάστησης, η αναγέννηση της γης, η ανάσταση της φύσης. Οι καμπάνες των γειτονικών χωριών σμίγουν τον ήχο τους, αντιλαλούν τα πλάγια και οι ρεματιές και στέλνουν μηνύματα χαράς σ' όλο τον κόσμο. Έτσι με το χτύπημα της καμπάνας όλο το χωριό σε αναβρασμό. Απ' όλα τα σοκάκια κατηφορίζουν ή ανηφορίζουν προς το μεσοχώρι κι απ' εκεί στην εκκλησιά. Σιλουέτες μικρών και μεγάλων μέσα στο λιγοστό φως της νύχτας με τις λαμπάδες στα χέρια, σιγομιλώντας και με βήματα προσεκτικά μην τύχει και σκοντάψουν πουθενά, κατευθύνονται όλοι προς την εκκλησία, που σε λίγο γεμίζει. Ο παπάς ήδη έχει προχωρήσει κι είναι έτοιμος για το "Δεύτε λάβετε φως".

Συνήθως περιμένει και τους τελευταίους, τους αργοπορημένους, ακόμη και κανέναν ξενιτεμένο που πρόκειται να έρθει και δεν φάνηκε ακόμη. Το μουρμουρητό μες στην εκκλησία ολοένα και δυναμώνει. Ο παπάς βεβαιώνεται ότι όλοι είναι εκεί και δίνει την εντολή να σβήσουν τα φώτα. Σβήνουν για μια στιγμή τα φώτα κι ένα σκοτάδι σιωπηλό, γεμάτο μυστήριο απλώνεται στης εκκλησιάς το χώρο: Ιδού σκοτία και πρωί... ακούγεται η φωνή του παπά. Επιβλητικές στιγμές φευγαλέας αγωνίας, γεμάτες κατάνυξη και δέος, κάθε χρόνο οι ίδιες, χιλιάδες χρόνια τώρα, διαλύονται απότομα από το φως του τρικεριού και τη βροντερή και ανάρια φωνή του παπά: "Δεύτε λάβετε φως εκ του ανέσπερου φωτός". Θόρυβος πολύς και ποδοπατήματα διαδέχονται το χαρμόσυνο φως και ο καθένας μα πιο πολύ οι νεότεροι θέλουν να πλησιάσουν, για να πάρουν πρώτοι το φως της χαράς. Το χέρι του παπά πηγαινοέρχεται σε σχήμα σταυρού κι είναι έτσι δύσκολο το αντάμωμα της σβησμένης με την αναμμένη λαμπάδα. Σε ελάχιστο χρόνο στην εκκλησία λάμπει το φως. Μεταδίδεται και φτάνει παντού έξω πια από την εκκλησία. Λίγοι ψαλμοί ακόμα και ο παπάς με τους ψαλτάδες κατευθύνονται στην έξοδο, όπου θα γίνει η Ανάσταση. Την κρίσιμη ώρα, πριν από το μεγάλο γεγονός της Ανάστασης, όλοι είναι βουβοί.

Λίγα ψιθυρίσματα, χαμηλοκουβεντιάσματα, πού και πού κάποιο μωρό κλαίει ή κάποιος κόκορας ή σκύλος σπάει τη σιγαλιά της Άγιας Νύχτας. Όλοι οι χωριανοί με βλέμμα καθηλωμένο στον παπά και ξαφνικά ακούγεται η φωνή του: "Διαγενομένου του Σαββάτου Μαρία η Μαγδαληνή και Μάρθα..." Όλο το χωριό ακούει με κατάνυξη το Ευαγγέλιο. Στη συνέχεια πιο έντονη και επιβλητική η φωνή του παπά: "Δόξα τη αγία και ομοουσίω και ζωοποιώ και αδιαιρέτω τριάδι" και αμέσως μετά το "Χριστός Ανέστη" τρεις φορές απ' τον παπά και επαναλαμβάνεται άλλες έξι απ' τους ψαλτάδες κι όλο το χωριό μαζί. Η καμπάνα χτυπάει χαρμόσυνα, εδώ και κει εκπυρσοκροτήσεις, αγκαλιές και φιλιά. "Χριστός Ανέστη" λέει ο ένας στον άλλο και απαντιέται με το "Αληθώς Ανέστη". Συνηθισμένοι ήταν παλιότερα οι πυροβολισμοί και οι εκφοβιστικοί θόρυβοι για την απόδιωξη των βλαπτικών πνευμάτων, που αφθονούν τούτη την εποχή στη φύση και καιροφυλακτούν να βλάψουν τη βλάστηση, την παραγωγή και την υγεία των ανθρώπων. Σήμερα είναι όλοι οι χωριανοί εδώ. Κι αυτοί που ήταν στα ξένα ήρθαν,είναι παρόντες στη δική τους εκκλησία. Ν' ακούσουν τη γνώριμη φωνή του ψάλτη και του παπά, να δουν πρόσωπα αγαπημένα και φίλους παιδικούς, ν' ακούσουν τις πασχαλιάτικες μελωδίες μες στην εκκλησία και τα πασχαλιάτικα τραγούδια στο προαύλιό της, να τσουγκρίσουν το πασχαλιάτικο αυγό, να χορέψουν τους πασχαλιάτικους χορούς, να απολαύσουν τα έθιμα, το γλέντι, το τραγούδι, τη λεβεντιά, τη νιότη. Να καθίσουν στο ίδιο τραπέζι με τους δικούς τους ανθρώπους, να φάνε απ' τ' αρνόψωμα, να πιουν απ' το δικό τους κρασί και να γευθούν το δικό τους φρούτο. Να πάρουν δύναμη, υγεία και ζωή απ' τον καθαρό και μυρωμένο αέρα του χωριού τους.

Μετά το "Χριστός Ανέστη" και τη χαρμόσυνη τελετή συνεχίζεται η θεία λειτουργία μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. Μόνο οι νοικοκυρές γυρίζουν στο σπίτι με το φως της Ανάστασης, για να ανάψουν μ' αυτό το καντήλι, που θα μείνει άσβεστο μέχρι την Ανάληψη, γιατί μέχρι τότε γυροφέρνουν στον απάνω κόσμο όλες οι ψυχές των νεκρών. Με το ίδιο αναστάσιμο φως αγιάζουν τα δωμάτια, τους στάβλους, τα ζώα. Ξημερώματα της Κυριακής σε κάθε σπίτι οι απαραίτητες δουλειές, οι σχετικές με τα μικρά και μεγάλα ζώα, και στη συνέχεια η προετοιμασία για το τραπέζι της Πασχαλιάς.

Δεν ήταν συνήθεια το ψήσιμο του αρνιού ή κατσικιού τα παλιά τα χρόνια. Το σφάγιο, ό,τι και να ήταν, γίνονταν μαγειρευτό, συνήθως με λαχανικά της εποχής, όπως τα λάπατα. Το πασχαλινό τραπέζι συνόδευαν τυριά, πίτες, λουκάνικα με αβγά, γιαούρτι και οπωσδήποτε το αρνόψωμο με τα κόκκινα αβγά και τις περδίκες. Το τσούγκρισμα των αβγών γίνονταν μετά το φαγητό και πάντα με την προσφώνηση "Χριστός Ανέστη" και την απάντηση "Αληθώς Ανέστη", που ήταν πάντα αυθόρμητη και υποδήλωνε την ευχή ν' αναστηθεί και το έθνος.

 

ΑΝΑΖΗΤΗΖΗ

Αρχή